Εκκλησία & Ελληνική Επανάσταση

ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Με την ίδρυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας αυτομάτως τέθηκε στο περιθώριο ο χριστιανισμός όχι όμως ο κοσμικός ρόλος της εκκλησίας και του Πατριαρχείου, αλλά μόνο η θρησκευτική πεποίθηση του κόσμου. Η οθωμανική αυτοκρατορία χώρισε τους πολίτες σε τρεις θρησκευτικές κατηγορίες με βάση τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα τους όπως το μιλέτι διαχωρισμός μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων και το Τανζιμάτ ανάλογα με την κοινωνική και οικονομική τους κατάσταση. Ως αρμόδιο ρυθμιστή όρισε το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και αυτομάτως τον Πατριάρχη και τους Επισκόπους ανά περιοχή, τοιουτοτρόπως η εκκλησία έγινε πολιτικό όργανο προς την οθωμανική αυτοκρατορία. Το Πατριαρχείο κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου είχε αποστερηθεί την αίγλη του εξαιτίας των Σλάβικων πατριαρχείων που είχαν δημιουργεί στα Βαλκάνια. Με την άλωση του βυζαντινού κόσμου το 1453 το Πατριαρχείο δεν υφίστανται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, διότι οι τελευταίοι αυτοκράτορες προσπάθησαν να απεμπλακούν από τις θρησκευτικές έριδες της εποχής. Με την άνοδο του Μωάμεθ του Πορθητή γίνεται μία άμεση αποκατάσταση στο θεσμό της εκκλησίας με την ενθρόνιση του πρώτου Πατριάρχη, Γεωργίου Σχολάρχη που αργότερα μετονομάστηκε σε Γεννάδιος ο Β’, ενώ του δίνονται προνόμια και εξουσίες όπως δικαστικά προνόμια, με την αρμοδιότητα να παρέχει συγχωροχάρτια, φορολόγηση των πιστών, ουσιαστικά το Πατριαρχείο έγινε ένας φοροεισπράκτορας του οθωμανικού κράτους.

Ο Ελληνισμός μετά την άλωση του βυζαντινού κόσμου και την είσοδο των Οθωμανών με τη θρησκεία προσπάθησε να διαφυλάξει την εθνική ταυτότητα του ελληνικού γένους ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες και λειτούργησε ως εκπαιδευτικός φορέας του γένους, μέσα από την ίδρυση των λεγομένων κρυφών σχολειών όπου οι ιερωμένοι ανέλαβαν τον ρόλο του εκπαιδευτικού την περίοδο εκείνη. Η εκκλησία έγινε θεματοφύλακας της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης απέναντι στην καταπίεση του κατακτητή, βέβαια αυτή η θεωρία καταρρίπτεται κατά μία έννοια για τον εξής και πολύ απλό λόγο. Η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κληρονομική ακολουθία των προγόνων προς τους απόγονούς τους, επίσης μέσω του προφορικού λόγου από γενιά σε γενιά, επιπλέον μεγάλο τμήμα του πληθυσμού ομιλούσε την ελληνική σε μεγάλο μέρος του ελλαδικού χώρου και της βαλκανικής περιοχής καθώς και εκεί ζούσε μεγάλο μέρος των ελλήνων. Δεν είναι τυχαίο πως η επανάσταση ξεκίνησε από αυτές τις περιοχές, ομοίως η γλώσσα δεν ξεχάστηκε παρ’ όλο που πέρασαν αιώνες τουρκοκρατίας. Ακολούθως μπορούμε να εξηγήσουμε πως καταρρίπτεται ο ρόλος του ιερωμένου ως φορέας γνώσης και παιδείας καθόσον στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας μεγάλο μέρος των απλών λαϊκών κληρικών ήταν αναλφάβητο. Επιπροσθέτως, η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν αρκετά δύσκολη μεγάλο μέρος των κληρικών διώκονταν τα πρώτα χρόνια από τους Οθωμανούς με μακροπρόθεσμο στόχο να αποδυναμώσουν την ορθόδοξη πίστη και το χριστιανικό αίσθημα των ελλήνων, οπότε η ιδέα που είχε επικρατήσει πως το πατριαρχείο και η εκκλησία συνέβαλε στην συνέχιση της ελληνικής γλώσσας δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένη και αληθής. Ωστόσο υπήρχαν μεμονωμένες προσπάθειες, αλλά σε μικρή κλίμακα και πολύ αργότερα με τη διάδοση του Διαφωτισμού και την εφεύρεση της τυπογραφίας η οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση της παιδείας μέσω των ευρωπαίων και ελλήνων διαφωτιστών. Εδώ πρέπει να γνωστοποιήσουμε την διαφορά που υπήρχε στη λέξη παιδεία και την λέξη αναλφαβητισμός την περίοδο εκείνη, διότι ο όρος παιδεία αφορούσε ένα γενικευμένο σύνολο ιδεών και κατευθύνσεων που ξεκινούσε από την απλή μάθηση γνώσεων και έφθανε μέχρι τις επιστήμες, και τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν κομμάτι του ευρωπαϊκού χώρου και όχι του ελληνισμού, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα επιβίωσης. Βέβαια κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ιδρυθήκαν εκπαιδευτικές σχολές, αλλά οι περισσότερες λειτούργησαν ως ιερατικές και όχι ως φορέας γνώσης στο σύνολο των πολιτών, ως εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτούργησαν μετά το 1700 και τα περισσότερα στην Κωνσταντινούπολη . Ας μην ξεχνάμε πως στους πρώτους αιώνες της οθωμανικής περιόδου υπήρξε σημαντική μείωση του πληθυσμού εξαιτίας της πείνας και της εξαθλίωσης των ανθρώπων, επιπλέον το φαινόμενο του παιδομαζώματος είχε δημιουργήσει σημαντική μείωση των παιδιών.

Η εκκλησία λειτούργησε ως ένας φορέας κοινής συνεννόησης μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών με στόχο να αποτρέψει τον εξισλαμισμό, όμως δεν λειτούργησε ως φορέας ενοποίησης μόνο των ελλήνων , αλλά όλων των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς όλοι αποτελούσαν ένα κοινό έθνος. Η εξαθλίωση που είχε υποστεί ο λαός στη διάρκεια τόσων αιώνων τον ανάγκαζε να αλλάξει θρήσκευμα με απώτερη επίτευξη την βελτίωση της ζωής του, καθώς το οθωμανικό κράτος του χάριζε την περιουσία του και πλήρωνε μικρότερο κεφαλικό φόρο στο κράτος.
Το Πατριαρχείο μετά την αλλαγή της εξουσίας από βυζαντινό κράτος σε οθωμανικό μετατράπηκε σε επίσημο όργανο της Οθωμανικής Πύλης σε ζητήματα που αφορούσαν χριστιανούς. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και ο ίδιος ο Πατριάρχης αλλά και οι ιερωμένοι στην υψηλή βαθμίδα του ιερού κλήρου, τους παρείχαν προνόμια ενώ ο απλός κλήρος αφορίστηκε από τον ίδιο τον Σουλτάνο παράδειγμα αποτελεί ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας. Ο Υψηλάντης αφορίστηκε από τον Πατριάρχη διότι θεωρήθηκε ο υπαίτιος της ελληνικής επανάστασης. Ο αφορισμός εκείνη την περίοδο ήταν ένα όπλο ενάντια σε εκείνους που διέφευγαν από αυτό που κήρυττε η εκκλησία. Η διαφυγή από τη θρησκεία σηματοδοτούσε την διακοπή των ανθρώπων από αυτό που όριζε ο ηθικός νομός κατά την θρησκεία, οπότε ο αφορισμός του Πατριάρχη προς την ίδια την επανάσταση αποσκοπούσε σε μια πολιτική προσέγγιση προς τον Σουλτάνο και πως όσοι είναι καλοί και ενάρετοι χριστιανοί θα πρέπει να αποκηρύξουν κάθε προτροπή για επαναστατική κίνηση. Βέβαια ο ίδιος ο Πατριάρχης προσπαθούσε να γλυτώσει από την οργή του Σουλτάνου και να μην δεχθεί αντίποινα όπως βαριά φορολογικά μέτρα κατά της εκκλησίας. Επίσης πολλοί διαφωτιστές οι οποίοι ήταν υπέρμαχοι της ελευθερίας του γένους όπως ο Αδαμάντιος Κοραής παρουσιάζονταν από την εκκλησία ως αλλόθρησκοι το ιδιο και ο ευρωπαϊκός κόσμος, η επιστήμη και η κοσμικότητα καταδικάζονταν απερίφραστα από την εκκλησία. Τα Πατριαρχεία ή οι αυτοκέφαλες Σλάβικες εκκλησίες των Βαλκάνιων ή της Ανατολικής Μεσογείου υποτάχθηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ενώ η ανάδειξη της ορθόδοξης Ρωσίας και η ανάγκη των Οθωμανών να συνεργαστούν μαζί της, έδωσε αρμοδιότητες στον Πατριάρχη ως πρεσβευτή εξωτερικής πολιτικής . Η οριστική αποκοπή του Πατριαρχείου από την ελληνική εκκλησία γίνεται την περίοδο του Ιωάννη Καποδίστρια στην Εθνοσυνέλευση της Τροίζηνας το 1827 και ολοκληρώνεται το 1833 επί Όθωνα με τον σχηματισμό του συγχρόνου ελληνικού κράτους όπου διαχωρίζεται η ελληνική εκκλησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η εκκλησία σε ολη τη διάρκεια του οθωμανισμού κράτησε μια ουδέτερη στάση ανάμεσα σε Έλληνες και Οθωμανούς με αυτό το τρόπο προσπαθούσε να εξισορροπήσει καταστάσεις που δεν θα έφερναν την εκκλησία αντιμέτωπη με το Ισλαμικό Χαλιφάτο, από την άλλη αυτή η άδολη στάση να υπεραμυνθεί υπέρ του ελληνικού γένους δημιούργησε προστριβές στο εσωτερικό του εκκλησιαστικού κλήρου καθώς πολλοί ιερωμένοι αντιτάχθηκαν με τις πρωτοβουλίες του πατριάρχη με το να στείλει υπόμνημα στον Υψηλάντη και τους οπλαρχηγούς να σταματήσουν την επαναστατική εξέγερση εναντίων των Οθωμανών. Η ουσιαστική αποκρυστάλλωση Πατριαρχείου – Οθωμανικού Χαλιφάτου πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1860 -1870 με την κρίση του Ανατολικού Ζητήματος καθώς στην Κωνσταντινούπολη δημιουργείται η Βουλγαρική Εξαρχία μια αυτόνομη εκκλησία με έγκριση από την οθωμανική πύλη, χωρίς τη συγκατάθεση του Πατριαρχείου. Η σύσταση της είχε ως απώτερο στόχο τη μείωση ισχύος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και το φυλετικό μίσος εναντίων των Ελλήνων. Αυτό σκόπευε στη ίδρυση κράτους που θα διεκδικούσε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης ύστερα από την αποχώρηση των Οθωμανών. Εκεί ουσιαστικά έχουμε την πρώτη διάσπαση πατριαρχείου-Οθωμανών ενώ η ρήξη αυτή οδήγησε στο σημείο να εκδιωχθεί το Πατριαρχείο από τη Κωνσταντινούπολη , όμως η εμπλοκή των ευρωπαϊκών δυνάμεων σταθεροποίησε την κατάσταση.

Μπορείτε να κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή *target="_blank"> pdf

Συγγραφή -Επιμέλεια Αθανασία Βρεττού: Ιστορικός Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών Τμήμα Δημοσίας Ιστορίας- Εθνολογίας - Ανθρωπολογίας

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License