Η Λάμια της Μπόεζας

H Λάμια της Μπόεζας

Στην αχλή των παιδικών μου χρόνων θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου φωνάζει: «Μος βγεν νε σκοταδ γιαστ. Ντο τε χαν λαμιετ (Μην βγαίνεις έξω το βράδυ, θα σε φάνε οι Λάμιες)».
Αυτή η φράση έτρεφε για αρκετά χρόνια τους φόβους μου. Ποτέ δεν πήγα μόνος μου στη βρύση με τη βαρέλα για νερό. Πάντα ο παππούς δίπλα. Όταν δε ρώτησα τη γιαγιά να μου πει πως είναι οι Λάμιες, εκείνη μου απάντησε:
«Εγώ δεν έχω δει, αλλά η γιαγιά μου είχε πει πως είναι κάτι γυναίκες με φτερά που ξεκινούν όλες μαζί από το πηγάδι του Κοκκίνη και φθάνουν το βράδυ στη βρύση για να πλυθούν πριν κοιμηθούν στη σπηλιά. Είναι ψηλές, δυνατές, έχουν πάντα μαζί τους έναν νταουλιέρη γιατί τους αρέσει η διασκέδαση και τρώνε ότι βρουν στον δρόμο τους γιατί λατρεύουν τις σάρκες».
Μετά από αυτή τη περιγραφή πέρασα αρκετά μαρτυρικά βράδια άυπνος και σκεπασμένος ‘κούκουλα’ μην τυχόν και με συναντήσουν.
Όταν δε είπα στους συμμαθητές μου για τις Λάμιες, νομίζοντας ότι θα τους αποκαλύψω ένα μυστικό, όλοι γέλασαν γιατί γνώριζαν περισσότερα από μένα γι’ αυτές και σε κάθε οικογένεια ήταν το δόλωμα του φόβου « Φάε, γιατί θα φωνάξω τη Λάμια». Όταν δε έτρωγαν πολύ: "τρως σα Λάμια"
Τον φόβο μου αυτό ήρθε να καθησυχάσει μια συμμαθήτριά μου περιγράφοντάς το πάθημα μιας συγχωριανής μας.

Βρισκόμαστε λίγο πριν τον πόλεμο του 1940. Όπως σε όλη την χώρα έτσι και στη Λιάτανη υπάρχει αναταραχή και φόβος για το τι πρόκειται να συμβεί. Πως θα ζήσουν τα παιδιά μέσα στον πόλεμο! Οι οικογένειες πολυμελείς. Ο άντρας ήλιο με ήλιο στο χωράφι και η γυναίκα του σπιτιού έχει επιφορτισθεί όλες τις δουλειές. Πλύσιμο, Μαγείρεμα, ζωντανά, αγροτικές εργασίες και ότι βάλει ο νους σας.
Ο Γιωρ Βόγγλης μόλις έχει στεφανωθεί τη Μαριώ. Και φυσικά η νιόπαντρη έχει μεγάλο άγχος να προλάβει τις δουλειές της. Από το πρωί έχει στο μυαλό της ότι πρέπει να πιάσει νερό για ζύμωμα, αλλά οι πολλές δουλειές δεν αφήνουν χρόνο, μέχρι που σουρουπώνει.
Τότε θυμάται ότι δεν έχει νερό και τρελαίνεται, γιατί το βράδυ το εξέταζαν να βγουν από τα σπίτι και να πάρουν νερό από τη βρύση.
«Τι θα κάνω τώρα; Πως θα ζυμώσω αύριο;» Αυτή η σκέψη στροβίλιζε συνεχώς στο μυαλό της, ώσπου αξημέρωτα σχεδόν, ξυπνάει. Φορτώνει τη βαρέλα στο γαϊδουράκι της και πάει για τη βρύση. Όσο πλησιάζει ακούει φωνές, αλλά όταν φθάνει κοντά, οι φωνές αυτές γίνονται τραγούδι. Από τον φόβο δεν προσέχει τη βαρέλα που πέφτει και γίνεται κομμάτια. Όταν δε αρχίζει να συνέρχεται, βλέπει ένα άσπρο σεντόνι να σηκώνεται και να τρέχει. Τα χάνει η Μαριώ. Θεωρεί ότι είδε Λάμια και πέφτει κάτω λιπόθυμη.
Ο Γιωρ Βόγγλης έχει σηκωθεί και αναζητά τη γυναίκα του. Βλέπει ότι λείπει η βαρέλα και παίρνει το δρόμο της βρύσης. Τη βρίσκει ξαπλωτή στο χώρο των ζώων. Τη σκουντάει. Εκείνη συνέρχεται, αλλά έχει χάσει πλέον τη μιλιά της. Τη φέρνει σπίτι και μάταια προσπαθούν όλοι να καταλάβουν τι έχει γίνει.
«Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση» αποφαίνεται η μαμή. «Λάμιες θα είδε. Ευτυχώς που δεν την έφαγαν».

Το νέο μεταδίδεται αστραπιαία στο χωριό. Το μαθαίνει και η ξαδέρφη η Μαριγώ, που επισκέπτεται τη Μαριώ για να μάθει περισσότερα και εκείνη μιλάει επιτέλους ξανά: «Μαριγώ μου, τσι τε θον(τι να σου πω) φωνές, βογγητά, τραγούδια και ένα άσπρο σεντόνι να περνάει μπρος μου και να κάνει κατά τον Προφήτη Ηλία».
Όλοι χάρηκαν που η Μαριώ ξαναβρήκε τη φωνή της, αλλά πλέον ζούσε με πολλούς φόβους και σκιαζόταν με κάθε τι. Ώσπου μια μέρα που ήταν μαζί η Μαριώ με τη Μαριγώ τους πέτυχε στο δρόμο η Σοφιά. Η Σοφιά ήταν παντρεμένη με τον μπαρμπα Μήτσο. Ήταν 17 χρόνια μεγαλύτερός της, αλλά είχε τον τρόπο του και έτσι ό φτωχός συμπέθερος χαλάλισε 2 μέτρα γυναίκα στον γέρο.
«Μαριώ θέλω να σας εξομολογηθώ κάτι, γιατί το έχω καημό. Εκείνο το βράδυ στη βρύση, εγώ ήμουν πίσω από το σεντόνι» «Αααα!» έκαναν με ένα στόμα και οι δυο που το άκουσαν.
« Εγώ ήμουν και σας ζητώ να με συγχωρέσετε για το κακό που έκανα»
«Μα καλά πως;» αναρωτήθηκε η Μαριώ, για να μπει στη κουβέντα η Μαριγώ « Μωη μαρσοε με ποιον ήσουν;» Σκύβει το κεφάλι η Σοφιά «Ε τι ρωτάτε τώρα, αν είχατε και σεις γερο άντρα θα με καταλαβαίνατε»
Η Μαριώ είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει ότι η Λάμια ήταν η Σοφιά. Είπαν μερικές κουβέντες ακόμη, τη συγχώρεσαν και επέστρεψαν σπίτι.
«Να το πω του Γιώργου;» αναρωτήθηκε η Μαριώ; «Μωη γιε κουτέ;» της απάντησε η Μαριγώ. « Ότι έγινε έγινε. Αρκεί που ησυχάσαμε από το φόβο και άσε τη Σοφιά να κάνει ότι θέλει, γιατί αυτή πρέπει να έχει περισσότερα προβλήματα από εμάς».


Η καταγραφή της ιστορίας αποτυπώθηκε από την Σωτηρία Γ. Σύρμα
Εντάσσεται στη συλλογή: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και τη πραγματικότητα.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License