Ιωάννης Καρίνης

Ιωάννης Καρίνης (Μπουλίνης) του Λουκά και της Αικατερίνης.

Να έχετε την ευχή μου. Κύριε δέξου τον αμαρτωλό δούλο σου.
Αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες του Γιάννη, που πλήρης ημερών έκλεισε τα μάτια του και αναχώρησε για την αιώνια ζωή το Καλοκαίρι του 1948.
Άνθρωπος εγγράμματος, ευσεβής, θεοσεβούμενος και προορατικός, όπως θυμούνται τα εγγόνια του. Βυθιζόταν στη προσευχή και θλιβόταν από τα μελλούμενα που έβλεπε να έρχονται, ανήμπορος να τα εμποδίσει.
Σχεδόν τυφλός τα τελευταία χρόνια συγκέντρωνε στην αυλή του σπιτιού τα εγγόνια του, που διψούσαν να ακούν τις εμπειρίες της ζωής του.

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο να μιλήσει:
Θυμάμαι τον εαυτό μου από τα πέντε και μετά. Καθώς λέγουν οι δικοί μου, απόκτησαν τρία παιδιά. Έναν αδερφό, που έχασα μικρός και μια αδερφή την Αλεξάνδρα, δύο χρόνια μικρότερη από εμέ.
Οι γονείς μου άνθρωποι καθημερινοί, δουλεύουν τη γη που κληρονόμησαν για τη καθημερινή επιβίωση. Κάθε βράδυ η μάνα μου σταυροκοπιέται τρις και ευχαριστεί τον Κύριο που το τραπέζι είχε και σήμερα φαί. Μη φανταστείτε τα σημερινά. Καρβέλι ψωμί, χόρτα νερόβραστα και τυρί από τη τσαντίλα που έδωσαν οι κατσίκες της γιαγιάς.
Ευτύχησα να έχω μια σοφή γιαγιά. Αυτή με μεγάλωσε. Η γιαγιά μου η Ζήνα, αγράμματη, αλλά καπάτσα. Οι ιστορίες της με ταξιδεύουν. Ο πατέρας μου όταν δεν πολεμούσε, άλλωστε η πατρίδα ήταν διαρκώς σε πόλεμο, έπρεπε να τρέχει στα χωράφια. Νύχτα με νύχτα.
Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό παιδί να αντιλαμβάνεται πράγματα, που σε φίλους μου ήταν δύσκολο να αντιληφθούν. Χάραζα με την άκρη του ματιού μου μια νοητή γραμμή και υπολόγιζα την ώρα που χρειαζόμουν για να τη διασχίσω με τα πόδια.
Συνόδευα σχεδόν πάντα το πατέρα μου στο ζευγάρι. Είχα μάθει να περπατώ στους δρόμους κοιτώντας τα άστρα.
Είναι 3 η ώρα χαράματα και μια κλωτσιά στο αχυρένιο στρώμα είναι αρκετή για να με τινάξει: Γκρου ντιάλι(σήκω παιδί). Α ρε γιαγιά! Που πεταγόσουν πρώτη και φώναζες στον πατέρα: Λιε Λουκά. Για ε βόκγλι. (Αστον Λουκά είναι μικρός), για να πάρει τη καθιερωμένη απάντηση: Πισιο μάμα(σώπα μάνα).

Ο ψαρής ήταν το αγαπημένο μου άλογο. Ήταν στα μέτρα μου και δεν με δυσκόλευε να τον φορτώσω. Καμιά φορά κοιμόμουν στο δρόμο, αλλά αυτός συνέχιζε.
Γιάννη δε πιστεύω να φοβάσαι; Ήταν το τσίγκλησμα του πατέρα για να με κρατήσει ξύπνιο. Δε φοβόμουν. Ονειρευόμουν. Ταξίδευα στ’ αστέρια. Το άλογο για μένα γινόταν φτερωτό, όπως αυτά των παραμυθιών της γιαγιάς και με ανέβαζε ψηλά. Ψηλά σε άστρα ολόφωτα γεμάτα θάλασσες, όπως αυτές που περιγράφει το χοντρό βιβλίο που έχουμε στην εσοχή πάνω από το τζάκι.
Κόντευε να δύσει ο ήλιος, όταν ο πατέρας φώναζε: Εεεε! Σώνει για σήμερα. Και αύριο μέρα είναι.
Αυτός ο ήχος ήταν για μένα λύτρωση. Για κείνον όμως ήταν άγχος. Κοιτούσε τον ουρανό, έβλεπε να χαμηλώνουν τα σύννεφα και τον έπιανε ένας κόμπος.
Θα προλάβω; Αναρωτιόταν. Τι θα γίνει αν δεν προλάβω; Πως θα βγάλω το χρέος; Έλεγε στη μάνα μου.
Αυτή η λέξη, το χρέος, με κυνηγάει διαρκώς στη ζωή μου.
Από το Δόξα σοι ο Θεός, στο βόηθα Παναγιά μου. Πέρασαν χρόνια να τη νιώσω στο πετσί μου για τα καλά.

Έχω και μια αδερφή την Αλεξάντρα. Δυο χρόνια μικρότερή μου, αλλά μοσχαναθρεμένη. Λίγο γκρινιάρα και πάντα μαλωμένη με τη γιαγιά. Από μικρή είχε διακρίνει την αδυναμία της σε μένα. Κούρνιαζε συνεχώς στο μεσοφόρι της μάνας μου κλαίγοντας: Μαμά η γιαγιά με έδειρε.
Μάνα μάνα, γιατί δε μου μιλάς. Μάναααα!

Πάει. Ένα χειμωνιάτικο πρωί, μετά από μέρες ταλαιπωρίας, έχασα τη μάνα μου. Εκείνη τη αλαφροΐσκιωτη μορφή του σπιτιού, που τη φωνή της σχεδόν ποτέ δεν ακούσαμε. Πέταξε σαν άνεμος και μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι τα δακρυσμένα λόγια της γιαγιάς: Τσι πσουαμ ντιαλι ιμε;(Τι πάθαμε παιδί μου;)
Για να συνεχίσει: Μος τρέμπενι, ου γιαμ κετού (μη φοβάστε, εγώ είμαι εδώ).
Και το είπε και το έπραξε η Ζήνα. Ο πόνος βαρύς μες τον Χειμώνα, αλλά η γιαγιά έγινε μάνα και πατέρας μαζί. Της χρωστώ τη δική μου Άνοιξη. Της χρωστώ το σχολειό. Ενάντια στη θέληση του πατέρα με έστειλε και τελείωσα το σχολαρχείο. Δεν υπήρχε άλλος στο χωριό.
Σι Γιάννη νονί( Σα το Γιάννη κανένας) έλεγε και καμάρωνε.

Το σχολειό με βοήθησε πολύ. Κατάλαβα τη χρήση των αριθμών, τη χρήση των γραμμάτων, το μεγαλείο του υψίστου, που πραγματικά τα πάντα εν σοφία εποίησε.
Άρχισα να δείχνω τα σύνορα των χωραφιών μου και σιγά σιγά, όλων των χωριανών. Δεν έκλεψα και δεν αδίκησα ποτέ κανέναν. Μάρτυς μου ο Θεός. Έγινα γνωστός σε όλη τη περιοχή και σε κάθε αντιδικία ήμουν μπροστά για να πω τη γνώμη μου.

Απρίλης ήταν θαρρώ. Η γιαγιά ακουμπισμένη στη πέτρα της και δίπλα στο θρόνι η θεια Τσία. Περίεργο! σκέφτηκα. Πασχαλιά έρχεται και η γριά που δεν αφήνει τον ασβέστη από το χέρι να είναι εδώ!
- Γιάννη ιε κετού. Ντουα τε φωλιε. (Γιάννη έλα δω, θέλω να μιλήσουμε)
Ωχ! Σκέφτηκα. Πάλι με προξενεύει η γιαγιά.
- Γιάννη η θεια σου έφερε προξενιά.
- Πάλι ρε θειά; Δεν είπαμε ότι πρέπει να παντρευτεί πρώτα η Λιεξάντρα;
- Τη Λιεξάντρα την έχουμε κανονίσει. Εσύ πρέπει να νοικοκυρευτείς τώρα.
- Εγώ δεν έχω λόγο για την αδερφή μου;
- Γιάννη, άσε την αδερφή σου. Τώρα μιλάμε για σένα.

Άντε τώρα να πεις στη θεια ότι δε θέλω. Τι να θέλω δηλαδή; Πάει και έρχεται και καμιά της προκοπής δε μου φέρνει.
Κουράστηκα! Λέω. Άμα με αγαπάς θεια, μια κοπέλα συμπαθώ.
Ποια παιδί μου; Είναι καλή; Έχει προίκα;
Γιαγιά η Κατερίνα του Γκουστέκου μ’ αρέσει.
Η γιαγιά κοιτάει τη Τσία πονηρά και ένα χαμόγελο φαίνεται μέσα απ’ τα μαντήλια τους.
Εδέ ου, τσι γιαμ κετού;(και εγώ τι είμαι εδώ;) Αυτήν λέμε και μεις. Αυτήν λέει κι ο πατέρας σου, που δεν δέχεσαι κουβέντα μαζί του.

Παντρεύτηκα την Κατερίνα μου 25 χρονών και απέκτησα δυο παιδιά: τον Λουκά και τον Γιώργη. Ένα χρόνο πριν είχα παντρέψει και την Αλεξάντρα με τον Φάνη Τοττώση. Είχα βγάλει την υποχρέωση ή έτσι νόμιζα, γιατί ενώ εγώ χαιρόμουν, ο Θεός γελούσε.
Η Αλεξάντρα απέκτησε 3 παιδιά με τον Φάνη: Τον Μήτσο, τον Γάτση και την Ιφιγένεια. Σε μια αυλή μεγάλωσαν με τα δικά μου.
Πως μεγάλωσαν; Μόνο εκείνος που είναι ψηλά και βλέπει, ξέρει.

Εκείνη η χρονιά, λίγο μετά την αλλαγή του αιώνα, όλα ήταν αντίθετα με τη ζωή. Ο χάρος έδειξε προτίμηση. Πεθαίνει ο Φάνης και μένει η αδερφή μου χήρα με 3 ορφανά. Κόντεψα να πεθάνω. Τον αγαπούσα το Φάνη. Ήταν καλός άνθρωπος και ξεχώριζε από την οικογένειά του. Προσπάθησε μαζί με τον Κόρδο, γαμπρός από την αδερφή του, να στήσει ένα μύλο για να αλλάξει τη ζωή της οικογένειας, αλλά ο χάρος δεν τον άφησε. Άφησε το μύλο όμως. Μύλος που με το χρόνο έμεινε αποκλειστικά στους Κόρδους.
Δυστυχώς όμως τα χρέη τα κληρονόμησε η καλοκάγαθη και ευκολόπιστη αδερφή μου.

Έχασα την υπομονή μου: Βρε Αλεξάντρα πως υπόγραψες αυτά τα χαρτιά; Γιατί δεν ήρθες να τα διαβάσουμε μαζί;
Γιάννη ζούσε ο Φάνης και τον πίεζαν. Είχε σφιχτεί πολύ. Τι να έκανα; Όλο ούφ και ούφ! Βρε χριστιανή, δίπλα είμαι.
Όταν πήρα τα χαρτιά στα χέρια μου, ζαλίστηκα. Μεγάλο χρέος.
Κοίταξα ψηλά, όπως έκανα πάντα στις δύσκολες στιγμές και αναζητούσα το λαμπρό αστέρι, της αχλής των παιδικών μου χρόνων.
Στράφηκα σε κείνον και ζήτησα ελπίδα.
Θα με στειρήξεις; Τον ρώτησα.

Αλεξάντρα, χαμένα λόγια ότι και να πω τώρα. Κοιτάμε μπροστά! της είπα. Με κοίταξε με απορία. Τράβηξε το μαντίλι της και σκούπισε τα πρησμένα από το κλάμα μάτια της. Είχε ωραία μάτια η αδερφή μου, αλλά η ομορφιά της νύχτωσε με το θάνατο του αντρός της. Έμεινε σάρκα μισή από τα βάσανα.
Γιάννη να βγάλω το χρέος και την άλλη ώρα να πεθάνω. Να μην το πάρουν τα παιδιά μου.
Σώπα επιτέλους, της είπα. Εγώ είμαι εδώ.
Πως είπα αυτή τη κουβέντα, ούτε και γω κατάλαβα. Όταν το βράδυ έλεγα στη Κατερίνα μου τι έγινε, θύμωσε: Γιάννη, πως πήρες αυτόν το σταυρό; Δε σου φτάνουν αυτοί που σηκώνεις;
Δεν ήταν κακή η κυρά μου. Αγαπιούνταν με την αδερφή μου, αλλά έβλεπε τις συμφορές.

Ο βήχας της Κατερίνας ήταν περίεργος για την εποχή. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που στη ζωή μου σκιάχτηκα τόσο πολύ. Αν χάσω το μονάκριβο στήριγμά μου, θα χαθώ.
Αλλά ο Κύριος ως τα πανθ' ορά, άλλα είχε κατά νου και η Κατερίνα μου, η καρδερίνα μου, Σάββατο πρωί δεν έβγαλε.

Κοίταξα πάλι ψηλά και έψαχνα αυτά τα καταραμένα γιατί. Αυτά που κάποτε με βοήθησαν να κατανοήσω τον κόσμο, σήμερα με γεμίζουν απορίες. Γιατί; Γιατί;

Σμίξαμε πάλι δυο αδέρφια με πέντε στόματα πιότερα: τρία παιδιά και δυο κορίτσια.
Δεν κατάφερα ποτέ να ξεπεράσω το λιμάνι μου. Το απάγκιο μου. Την ξεκούρασή μου. Πώς να κλάψω μπρος στα παιδιά; Πώς να κλάψω το λουλούδι μου, που έσβησε πέντε χρόνια μετά από εκείνο το: Στέφεται ο δούλος του θεού Ιωάννης τη δούλη του Θεού Αικατερίνη…
Παρηγοριά μου το ζευγάρι.
Στη μουλάκεζα έβρισκα χώρο για το θρήνο μου. Φώναζα, έβριζα, καταριόμουν και ξέσπαγα σε λυγμούς, ώσπου μια μέρα, μια ξαφνική μπόρα ξέπλυνε από πάνω μου την απελπισία και σκέφτηκα ότι με περιμένουν πέντε στόματα.
- Αλεξάντρα θέλω να πούμε δυο κουβέντες, της είπα το βράδυ: Μπορείς να αναλάβεις τα παιδιά για λίγο καιρό;
- Γιάννη με τρομάζεις. Τι σκέφτεσαι;
- Θα φύγω στα ξένα. Θα πάω Αμέρικα.
- Έλα Χριστέ, σταυροκοπήθηκε.
- Οι σοδειές δε πάνε καλά. Το χρέος μεγαλώνει. Δουλειές άλλες δεν υπάρχουν. Άλλη λύση δε βλέπω. Πρέπει να κάνεις υπομονή και εγώ θα σου στέλνω ότι βγάζω για να ξοφλήσουμε.
- Γιάννη εσύ γράμματα ξέρεις και εγώ ότι και να σου πω, φαίνεται πως το έχεις αποφασίσει. Να ναι ευλογημένο.

Πέρασαν 4 χρόνια από εκείνη τη κουβέντα και σήμερα το χωριό δείχνει όπως το άφησα. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν και δεν μ’ αναγνωρίζουν. Φοβούνται να με πλησιάσουν. Η Αλεξάντρα κοιτάει με απορία:
- Γιάννη είσαι εσύ; Και τρέχει στην αγκαλιά μου κλαίγοντας με αναφιλητά.
- Τόσο πολύ άλλαξα αδερφή;
- Γιάννη μου, Γιάννη μου, δεν αντέχω άλλο. Δόξα τω θεώ. Σε είδα ζωντανό. Στα όνειρά μου πάντα φεύγεις και με καταριέσαι για το φορτίο που σου έβαλα.
- Σώπα αδερφή. Γύρισα και όλα θα πάνε καλά.

Έτσι με είχε μάθει η Ζήνα. Πρώτα το σταυρό και μετά το κεφάλι ψηλά.
Ταλαιπωρήθηκα στα ξένα. Η Αμέρικα είναι δύσκολη χώρα. Μέχρι να μάθω τη γλώσσα, με ξεγέλασαν οι επιτήδειοι οι δικοί μας. Το πάθημα, όμως έγινε μάθημα και έτσι βρήκα γρήγορα μόνος μου δουλειά. Μια άδεια χώρα που παντού περνάνε γραμμές τραίνου. Εκεί δούλεψα και γω. Έστρωνα ράγες. Και Δόξα τω θεώ, κατάφερα να ξεχρεώσω. Δεν άντεχα όμως άλλο.
Είχα δυο βλαστάρια, στη μοίρα τους αφημένα, χωρίς μάνα και έπρεπε να γυρίσω.

Με τον αέρα του ταξιδεμένου, ξεκίνησα το ζευγάρι ξανά και το εκτίμησα, όπως ο πατέρας μου την εποχή της νιότης μου. Πόσο μου έλειψε αυτό ο ουρανός;

Τα παιδιά μου μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν. Ο Λουκάς πήρε τη Κωσταντίνα του Κολιού Τέρπη και ο Γιώργης τη Μαρία του Πουκέση. Απέκτησα και πολλά εγγόνια. Οκτώ από τον Λουκά μου: Τον Γιάννη, το Νίκο, την Κατίνα, το Δημήτρη, το Σωτήρη, το Βασίλη, την Ελένη και τον Γιώργη. Τρία από τον Γιώργο μου: Την Κατίνα και τις δίδυμες, Ασπασία και Ευγενία. Ευτυχισμένος παππούς. Δόξα στο όνομά σου Κύριε. Με χτύπησες, αλλά δε με άφησες να πέσω.

Δύο χρόνια μετά χάνει ο Γιώργης μου την μικρή του Ευγενία. Αδύναμη και αναιμική από τη γέννα της. Την έκλαψε η νύφη μου η Μαρία. Τη κλάψαμε όλοι μας. Ψυχούλα καθαρή. Πάνω θα πάει σίγουρα. Παρηγόρησα τη νύφη μου.

Όλα έδειχναν να κυλούν ήρεμα στον ασθενικό πλέον βίο μου. Μάζευα τα εγγόνια μου στην αυλή και καθιστός στο σκαμνί με τη μαγκούρα να βαστάζει τα χέρια μου, ξεκίναγα τις ιστορίες μου. Λαχταρούσαν να με ακούν με το στόμα ανοιχτό. Τους είπα αληθινές ιστορίες, όμως ενώ συνέβηκαν σε μένα, πάντα τους έλεγα ότι συνέβηκαν σε κάποιον άλλο για να μην τα στεναχωρήσω. Αγαπώ πάρα πολύ τα εγγόνια μου. Είναι η πρόεκτασή μου. Η συνέχειά μου σε αυτόν τον πλανήτη. Είναι τα αστέρια που τόσο θαύμαζα μικρός.

Και ήρθε αυτή η μαύρη μέρα, που να μην τη ζήσει γονιός.
Ήρθε ο εμφύλιος και χώρισε τα παιδιά μου στα δύο. Ο Λουκάς με τους αριστερούς, ο Γιώργης με τους δεξιούς. Ήρθε μίσος αδερφικό.
Να πεθάνω τώρα θεέ μου. Δε θα αντέξω άλλο.
Ο Λουκάς δεν έπαιρνε από λόγια. Έχασε το σεβασμό στο γονιό του. Αλλά κι ο Γιώργης κουράστηκε από τα παρακάλια μου.
Έλεγα στη νύφη μου τη Μαρία: Μώη Μαρίε, πες του να μην μιλάει από κει στην αγορά που πάει. Μου είπε ότι θα τον σκοτώσει. Τρόμαξα.
Πρώτη φορά διαπίστωσα πως στη ζωή μου εποίησα ουδέν.
Η Μαρία ήταν καλύτερα και από κόρη μου. Με περιποιήθηκε, όπως κανέναν άλλο. Συζητούσα μαζί της περισσότερο από τα παιδιά μου. Δεν είχα μυστικά από τη νύφη μου. Ξωμολογιόμουν, όπως στον παπά. Με ξελάφρωνε, γιατί είχε τον τρόπο της. Έτσι της είπα και για το Λουκά, που ένα βράδυ ήρθε σπίτι με τα χέρια του γεμάτα αίματα.
Δεν ήξερα τι να κάνω. Τον έπιασα, τον όρκισα να μιλήσει, αλλά εκείνος με αγνόησε και με πέταξε: Γέρο, τράβα στον καλό σου γιό, άσε με εμένα, μη σας σκοτώσω και τους δυο μαζί.

Την άλλη μέρα, χαράματα, μάθαμε για 2 εκτελέσεις στο χωριό: του γιατρού του Καραπεπέ και του Γιώργη του Καληπαχή. Έχασα τα λογικά μου. Πήγα βρήκα ξανά τον Λουκά: Λουκά ορκίσου στα παιδιά σου ότι δεν το κανες εσύ. Με απώθησε. Τον έπιασα από το λαιμό, αλλά μου κατέβασε τα χέρια: Δεν το κανα εγώ, σου λέω. Παράτα με.
Φοβάμαι θεέ μου. Να τον πιστέψω; Και τα χέρια; Αυτά τα χέρια, με κόκκινες ξερές γραμμές!
Η όρασή μου έχει λιγοστέψει. Όχι όμως τόσο που δεν ξεχωρίζω τα χρώματα.

Κάπως έτσι διάβηκα τον βίο μου. Δεν κατηγόρησα κανέναν. Δεν έβλαψα κανέναν. Δεν είπα ψέματα για κανέναν. Φεύγω από τη ζωή έχοντας ζήσει χαρές και λύπες, όπως όλοι μας.

Να έχετε την ευχή μου. Κύριε δέξου τον αμαρτωλό δούλο σου.


Σημείωση: Το κείμενο στηρίζεται σε αφηγήσεις πάππων - γονέων και τα επίθετα των προσώπων έχουν παραλαχθεί σκοπίμως.
Γ.Ζ.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License