Πρέπει να προλάβουμε το τραίνο

- Θεια Τούλια διψάω.
- Κάνε υπομονή μώη ντιαλιό(μωρέ παιδί μου), θα φθάσουμε, μόνο βιάσου.
- Θεια δεν αντέχω άλλο, κουράστηκα.
- Βιάσου Κατινούλα μου, πρέπει να προλάβουμε.

Απρίλιος του 1942. Το γράμμα έπρεπε να φθάσει από τη Λιάτανη στον Αυλώνα πριν φύγει το τρένο. Ο Muller είχε υπογράψει το χαρτί και έπρεπε να προλάβουν. Η σύλληψη του Γιάννη, του άντρα της Τούλιας και άλλων συγχωριανών, του Χρήστου, του Γιάννη, του Βαγγέλη είχε συγκλονίσει το χωριό. Είχε όμως τρελάνει και τη Τούλια που γνώριζε πως η είσοδος του άντρα της στο γερμανικό τρένο ήταν δρόμος χωρίς γυρισμό και οικογένεια χωρίς πατέρα.
Εκεί που φθάνει στο αποκορύφωμα η απελπισία και στο μυαλό γυρίζουν μύριες σκέψεις, η γυναικεία ψυχή βρίσκει τη δύναμη να δράσει. Τρέχει η Τούλια στους συγγενείς και στους προεστούς. Τρέχει και στον Γερμανό διοικητή και του εξηγεί πως ο Γιάννης της δεν έχει καμιά σχέση με τα συμβάντα στο χωριό. Ο Muller πείθεται και της δίνει το χαρτί με την υπογραφή του. ( Δύσκολα θα προλάβεις, της λέει.) Η Τούλια παίρνει το χαρτί και τρέχει. Πως όμως να πάει μόνη της μια τέτοια διαδρομή;
Πρώτη σκέψη της, η Μαρία. Μεγαλύτερή της σε ηλικία, μα έμπιστη και φίλη που εκμυστηρευόταν τα εσώψυχά τους. Μαζί με το Γιάννη της είχε συλληφθεί και ο Χρήστος, αδερφός της Μαρίας.
- Μαρία δεν έχω χρόνο, πρέπει να προλάβω. Φοβάμαι να πάω μόνη μου.
- Τσι τ τι μπ’ μ μαναρεζ; (Τι να σου κάνω μανάρα μου;)
- Μαρία, δε μου δίνεις τη Κατινούλα για συντροφιά; Ξέρεις πως την έχω και πως θα τη προσέχω. Με ένα μικρό παιδί κοντά μου, δύσκολα θα με πειράξουν.
- Τούλια είναι μικρή. Θα σε κουράσει περισσότερο στο δρόμο.
- Μαρία σε παρακαλώ. Λυπήσου με. Χάνω χρόνο, τον άντρα μου και συ τον αδερφό σου.

Η Μαρία σηκώνεται. Κοντοστέκεται λίγο, καθώς δεν έχει ρωτήσει τον άντρα της, το Γιώργη, μα η δύναμη της φιλίας είναι μεγάλη.
- Κατίνα, ε Κατίνα.
- Έλα μάνα.
- Η θεια θα σε πάει μια μεγάλη βόλτα. Θα πάτε να δείτε τα τρένα στον Αυλώνα. Θα την ακούς, όπως εμένα και δεν θα απομακρυνθείς από κοντά της ούτε στιγμή.
Η Κατίνα είναι μόλις 6 χρονών και στο παιδικό της μυαλό, η γερμανική κατοχή δεν γίνεται εύκολα κατανοητή. Ότι συμβαίνει γύρω της, το βρήκε και το αποδέχεται, χωρίς δεύτερη σκέψη. Οι μυστικές κουβέντες των γονιών της για τον εχθρό, τις δημιουργούν πολλές απορίες, όμως δεν είναι σε θέση να καταλάβει.
Η Μαρία σηκώνεται, φοράει στη Κατίνα, ένα πανοφώρι και τη στέλνει προς τη Τούλια. Τις φυλάει και τις δύο, δίνει ένα φυλακτό στη μικρή και τις σταυρώνει. Στέκεται στην άκρη του δρόμου αποσβολωμένη, μέχρι που χάνονται από τα μάτια της. Τι θα πει στο Γιώργη; Πως πήρε τέτοια απόφαση μόνη της;
Η Τούλια έχει γρήγορο βήμα και κρατάει τη Κατίνα απ’το χέρι. Σταματά λίγο στη μεγάλη βρύση. Βρέχει το πρόσωπό της, πίνει λίγο νερό και σκουπίζεται με το μαντίλι της. Λέει στη μικρή να πιει νερό γιατί έχουν δρόμο.
Από τη στιγμή αυτή αρχίζει η μάχη με το χρόνο. Από το Προφήτη Ηλία στον Άγιο Δημήτρη και από κει ο δρόμος για Αυλώνα.
Τα πόδια της μικρής έχουν αρχίσει να κουράζονται, αλλά η Τούλια έχει μόνο ένα στόχο. Να σώσει το Γιάννη.
- Θεια είναι μακριά ακόμη;
- Όχι κορίτσι μου σε 2 ώρες φθάνουμε.
- Θεια δε μπορώ άλλο. Κουράστηκα. Ας καθίσουμε λίγο να ξεκουραστούμε.
- Έλα μαναράκι μου. Κάνε υπομονή. Είναι μεγάλη ανάγκη να προλάβουμε. Μόλις φθάσουμε θα ξεκουραστείς.
- Θεια, τι ανάγκη είναι; Δεν αντέχω άλλο. Τα πόδια μου δε με κρατούν.
- Λίγο ακόμη κοριτσάκι μου και φθάνουμε. Σε παρακαλώ παιδί μου. Μη μιλάς, γιατί κουράζεσαι περισσότερο. Προχώρα σε παρακαλώ.

Η Τούλια έχει βήμα ταχύ και στο μυαλό της περνούν χίλιες σκέψεις. Χριστέ μου! Κάνε να προλάβω το τρένο. Παναγιά μου βάλε το χέρι σου να φθάσουμε πριν είναι αργά.
Σκέφτεται συνεχώς. Μια τη μικρή που δεν αντέχει, μια το τρένο, μια τον άντρα της. Το μυαλό της γυρίζει πίσω την εποχή που τον παντρεύτηκε. Τα όνειρα που έκανε σα νέα κοπέλα για τη ζωή της.
Επιτέλους, αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα σπίτια. Η αγωνία και η κούραση μεγαλώνουν, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και το βήμα.
Η μικρή τραβάει το χέρι της Τούλιας:
- Θεια διψάω. Κουράστηκα. Θα πέσω.
- Όχι τώρα μικρό μου. Να φθάσαμε.
Πρώτη φορά μετά από τόσες ώρες περπάτημα, θυμάται το χαρτί. Βάζει το χέρι μέσα από το πανοφώρι της, στη κρυφή θήκη και σιγουρεύεται πως είναι εκεί. Επιτέλους ο κατήφορος προς το σταθμό. Περνά μπροστά από τον Άγιο Δημήτρη. Αυτά τα τελευταία μέτρα μέχρι το σταθμό φαντάζουν ατέλειωτα. Το τρένο έχει έρθει ήδη στο σταθμό. Αχ παναγιά μου. Θα προλάβω; Σκέφτεται.
- Σας παρακαλώ, έχω γράμμα από τον Μιλε.
- Raus raus. Es ist verboten hier.
- Σε παρακαλώ άνθρωπέ μου. Διάβασε το γράμμα. Είναι αθώοι.

Ο σταθμάρχης παίρνει το γράμμα και εξηγεί στον υπεύθυνο, ο οποίος δίνει εντολή να κατέβουν απ’ το τρένο.
Η Τούλια δε πιστεύει στα μάτια της. Βλέπει το Γιάννη της να κατεβαίνει απ’ το τρένο και ορμάει πάνω του ξεσπώντας σε κλάματα. Η μικρή Κατίνα έχει μείνει μόνη προσπαθώντας να καταλάβει τις σκηνές που διαδραματίζονται μπρος στα μάτια της. Πρώτη φορά βλέπει τρένο, αλλά και πρώτη φορά έρχεται αντιμέτωπη με τόση ανθρώπινη βία, αντικρίζοντας Γερμανούς στρατιώτες να σπρώχνουν με τα κοντάκια των όπλων τους Έλληνες μέσα στο τρένο. Ο φόβος την κυριεύει και ξεσπά σε κλάματα. Η Τούλια συνέρχεται. ‘Παναγιά μου, το παιδί’. Τρέχει και την κλείνει στην αγκαλιά της.
- Σώπα κοριτσάκι μου. Τελειώσαμε. Πάμε εδώ σε μια οικογένεια να ξεκουραστούμε και να γυρίσουμε στο χωριό.
Η Τούλια έχει αγκαλιά τη Κατίνα, αλλά τα μάτια της είναι στο Γιάννη. Φοβάται μήπως της τον ξαναπάρουν. Ανεβαίνουν προς τον Αη Δημήτρη. Η Τούλια σταματά. Μπαίνει μέσα και ανάβει το κερί που έταξε όταν κατηφόριζε για τον σταθμό. Πρόλαβε το τρένο λίγο πριν σηκώσει ο σταθμάρχης το σινιάλο του.
Αυτό μόνο σε θαύμα μπορεί να το αποδώσει το μυαλό της.
Στο σπίτι του Νίκου, φίλου και μακρινού συγγενή του Γιάννη βρίσκουν αποκούμπι να ξεκουραστούν. Η μικρή έχει τρομάξει τόσο πολύ που δεν ξεγαντζώνεται από την αγκαλιά της Τούλιας. Αλλά και η Τούλια, ήρεμη πλέον, δείχνει τώρα να συνειδητοποιεί την αγωνία της μικρής. Η γεύση από τη φέτα ψωμί και το νερό που της προσφέρει η Θοδώρα, γυναίκα του Νίκου, δρα σα βάλσαμο στις παιδικές της ανάγκες και ξεχνά προσωρινά τις σκηνές που έζησε. Σε αυτό βοηθά και η δεκατετράχρονη Μαριώ, κόρη της Θοδώρας, που την παίζει και της κάνει αστείες γκριμάτσες.
Ο δρόμος της επιστροφής μεγάλος, μα χωρίς αγωνία πλέον. Η παρέα γυρίζει στο χωριό.
Η Κατίνα αντικρίζει τη μάνα της και χώνεται στην αγκαλιά της. Νοιώθει πλέον τη μητρική σιγουριά.
- Μαρία δεν έχω λόγια να σ’ ευχαριστήσω.
- Πσιο μοη Τούλιε. Είστε όλοι καλά;
- Ναι. Ευτυχώς, λίγο να αργούσαμε και το τρένο θα φευγε. Ταλαιπώρησα πολύ τη μικρή. Δεν έπρεπε να τη πάρω, αλλά δεν μπορούσα να εμπιστευθώ άλλη εκτός από σένα. Σου χρωστάω πολλά. Τι είπε ο Γιώργης;
- Τίποτα δεν είπε ο Γιώργης.
Η Τούλια όμως βλέποντας τις μελανιές στο μάτι της Μαρίας είχε καταλάβει.
Η μικρή Κατίνα είχε κολλήσει στο μεσοφόρι της Μαρίας και δεν την άφηνε να κάνει βήμα.
Κανείς δε μπορούσε να περιγράψει πως βίωσαν αυτά τα παιδικά μάτια τη γερμανική κατοχή.

Η παραπάνω ιστορία απέχει από τον μύθο, όσο και από την πραγματικότητα και αποτυπώνεται ως χρέος απέναντι στα βιώματα μιας παιδικής ψυχής που την ακολουθούν ακόμη και σήμερα διάγοντας το 70ο έτος της ηλικία της.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License