Η μοσιέντα και το λιακρόρι
«Τι φτιάχνεις γιαγιά;»
«Ανοίγω φύλλο με τη φτόλιελια για να κάνω Λιακρόρι».
«Γιατί το λένε έτσι;»
«Ψε κα λιάκρα» απαντούσε.
«Και η μ(ο)σιέντα δεν έχει χόρτα; Γιατί τη λέτε διαφορετικά;»
«Άλλο η μοσιέντα. Δεν έχει φύλλο»
«Έχει όμως χόρτα» την πείραζα εγώ. Νευρίαζε η γιαγιά και τελείωνε το διάλογο
«Ικ ικ. Λιεμ τε μπεν πουν ψε το βιν βράδυ».
Κάπως έτσι άνοιγε το Τριώδιο στο σπιτικό μας γύρω στα 1975. Το σπίτι του παππού, αντικριστά με το δικό μας να βλέπει στην ίδια αυλή, ένα δωμάτιο όλο κι όλο. Στη μια άκρη ακουμπισμένο το κρεβάτι. Τάβλες στηριγμένες σε δυο σιδερένιες βάσεις. Στην άλλη άκρη το τζάκι. Ένα τραπέζι στη μέση και μια στόφα με φούρνο για ψήσιμο. Η οροφή με ξύλινες τάβλες και κεραμίδια που οι χαραμάδες φώτιζαν δυνατά το δωμάτιο., Ούτε λόγος για την ανάγκη σου. Το αποχωρητήριο 10 μέτρα μακριά τουλάχιστον. Ότι περίσσευε και έπρεπε να διατηρηθεί μεταφερόταν δίπλα στο αχούρι μέσα σε ένα φανάρι κρεμασμένο με σκοινί από το σταύρωμα.
Η φύση τον Φεβρουάριο μετά τα πολλά Χειμωνιάτικα χιόνια και τις βροχές είχε φουντώσει και τα χορταρικά σε αφθονία. Έβλεπες καθημερινά να ξεχύνονται γριούλες με τα μεσοφόρια τους, τα σάλια τους και τα μαντήλια τους καλά τυλιγμένα γύρω από το κεφάλι τους στο Ρέδι, στο Λιεπουράτι, στη Μπόεζα, στο Καλιμπάκι. Με έναν σβαρνά ξανοίγονταν για να μαζέψουν αγριόχορτα κάθε λογής. Στοίβαζαν τα χερόβολα στη ποδιά τους που ήταν δεμένη στη μέση τους και κρατούσαν τις άκρες της με το ένα τους χέρι. Επέστρεφαν σπίτι, τα έβαζαν σε ένα χαρανί και τα έπλεναν για να καθαριστούν οι ρίζες, αφού είχαν αφαιρέσει τα αχρείαστα. Το πείραγμα στη γιαγιά ήταν το λύσιμο της ποδιάς.
Εκείνη τη μέρα είχε μαζέψει πολλών λογιών χόρτα η Χίτσα. Είχε δυναμώσει τη φωτιά στη στόφα και περίμενε να κάψει καλά ο φούρνος. Σκυμμένη με τα γόνατα στον σοφρά, είχε πάρει το ζυμάρι και μάλωνε μαζί του προσπαθώντας να το πλάσει και να το ανοίξει κάνοντάς το όσο πιο λεπτό γίνεται ρίχνοντας κάθε φορά και λίγο αλεύρι για να μην κολλήσει. Ιεροτελεστία ολόκληρη αυτή η διαδικασία. Με την άκρη του μαντηλιού της να σκουπίζει το μέτωπό της από τον ιδρώτα και δώστου πάλι στο άνοιγμά του νέου φύλλου.
Σε μια λεκάνη είχε ανακατέψει όσα χορταρικά είχε συγκεντρώσει. Καυκαλήθρες, λιλικούκι, κρεμμύδια, σπανάκι, μαϊντανό από το μποστάνι, μπάθιζες, και άλλα που δεν θυμάμαι. Είχε προσθέσει λάδι, αλάτι, πιπέρι και ξεχωριστά λιγοστό τυρί.
Ετοίμασε δυο ταψιά. Στο ένα ζύμωσε τα χόρτα με το αλεύρι και το έκανε Μοσιέντα, ενώ στο άλλο έτριψε μέσα και το τυρί. Άπλωσε δυο φύλλα κάτω στη μέση τα χορταρικά και δυο φύλλα από πάνω. Αυτό ήταν το Λιακρόρι.
Όταν μπήκαν στη στόφα και άρχισαν να αναδύονται οι πρώτες μυρωδιές του ψησίματος, μοσχοβόλησε η γειτονιά. Παραφύλαγα πότε θα έβγαιναν τα ταψιά και «μπούκαρα» στο δωμάτιο της γιαγιάς κυρίως για τη μοσιέντα με τις πιπεράτες τραγανιστές κορφές των χορταρικών.
Ακόμη και σήμερα προτιμώ περισσότερο τη Μοσιέντα από το Λιακρόρι. Δυστυχώς όμως η «Χίτσα» δεν είναι εδώ για να μου φέρει ξανά αυτή τη νοστιμάδα. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι μπορεί αυτή η εποχή να αναβιώσει και τα σόγια να γιορτάζουν απόκριες όπως τότε. Με συγκεντρώσεις βραδινές στα σπίτια, με αποδοχή της λιτής δίαιτας, με τραγούδι, χορό και πιόμα. Και προπαντός το «Δόξα σοι ο Θεός».
Από τη συλλογή "Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα".





