Η Οδός Αναπαύσεως

Η Οδός Αναπαύσεως

Από τη συλλογή "Ιστορίες του μικρού χωριού μου, που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα".

Όταν απόκτησα στοιχειώδη ικανότητα ανάγνωσης, παρατηρούσα τις πινακίδες με τα ονόματα των οδών του χωριού. Όλες αντιστοιχούσαν σε ένα όνομα, εκτός από μία που ονομαζόταν Οδός Αναπαύσεως.
Είχα μεγάλη απορία για την επιλογή του ονόματος, αλλά ντρεπόμουν να ρωτήσω φίλους και γνωστούς. Έκτοτε την περπάτησα πολλές φορές συνοδεύοντας συγγενείς και συγχωριανούς στην τελευταία τους κατοικία.
Το 1975 θα γινόμουν για πρώτη φορά κοινωνός μιας διαδικασίας που στη σύντομη παιδική ζωή μου δεν είχα βιώσει ποτέ ξανά.

Η αναμονή

Ο μπάρμπα Μήτσος ο γείτονας, με περισσότερα από ογδόντα χρόνια φορτωμένα πάνω του, είχε για καιρό καθηλωθεί στο κρεβάτι του. Η θεια Μήτσα – ποτέ δεν έμαθα το πραγματικό της όνομα – μαζί με τις κόρες και τις νύφες ξεροστάλιαζαν κάθε βράδυ για ένα μήνα, καθώς περίμεναν τον γέροντα να κλείσει τα μάτια του. Είχε εδώ και καιρό διακόψει το φαγητό και το λιγοστό νερό το έσπρωχναν στο στόμα του με ένα κουταλάκι.
«Βντικ Μήτσο» είπε η γιαγιά μου πριν καλά καλά ανοίξει την πόρτα του σπιτιού μας και αμέσως είδα τους γονείς μου να πηγαίνουν προς το γειτονικό σπίτι. Τους ακολούθησα και βρέθηκα εμπρός σε σκηνές που δεν ήξερα αν έπρεπε να κλάψω ή να γελάσω.
Η τελευταία φροντίδα
Η θεια Μήτσα αν και τόσες μέρες σταυροκοπιόταν και παρακαλούσε τον Θεό να τον λυπηθεί και να τον ξεκουράσει, άρχισε τις φωνές: «Γιατί Μήτσο με εγκατέλειψες; Πώς θα ζήσω μόνη μου;» Οι κόρες την απομάκρυναν, την έβαλαν σε μια πολυθρόνα στο διπλανό δωμάτιο και άρχισαν τις κουβέντες για τα χρειαζούμενα. «Ποιος θα πλύνει τον παππού;» «Τι κάσα θα παραγγείλουν;» Κάθε τόσο πεταγόταν η Μήτσα από μέσα: «Να τον πλύνετε με πράσινο σαπούνι.» «Τα ρούχα του είναι στη ντουλάπα δεξιά» «Να τον προσέξετε στο ξύρισμα, μην φαίνονται αίματα.» «Τα μαντηλάκια τα έχω στο τρίτο συρτάρι».
Άκουγα και δεν καταλάβαινα λέξη από όσα έλεγε η θεια μέσα σε κλάματα και ξεσπάσματα.
Ο μεγάλος γιος του Μήτσου μαζί με τον πατέρα μου ανέλαβαν το πλύσιμο και το ντύσιμο του νεκρού. Είχα μείνει σε μια γωνία αποσβολωμένος κοιτώντας δυο άντρες να προσπαθούν να περιστρέψουν ένα άψυχο σώμα, πλένοντάς τον με σαπούνι και νερό, ενώ ταυτόχρονα ο θείος μου ο Κώτσος προσπαθούσε να τον ξυρίσει. Τον σκούπισαν και του πέρασαν μάλλινα εσώρουχα, όπως αυτά που φόραγε ο παππούς μου. Με μεγάλη δυσκολία του φόρεσαν το πουκάμισο, το παντελόνι και το σακάκι. Κάποια στιγμή μπαίνει μέσα η μεγάλη του κόρη και ανακοινώνει στους άντρες πώς δεν βρίσκουν τα παπούτσια.
Στην πρόσκαιρη αναστάτωση λύση δίνει ο γιος του που έτρεξε και έφερε τα δικά του γαμπριάτικα. «Δεν του μπαίνουν ρε Λιάκο, είναι πρησμένα τα πόδια» είπε ο γιος του. «Να τα σχίσουμε από πίσω και να τα σπρώξουμε. Δεν θα τα δει κανείς» είπε ο πατέρας μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη και τρομάρα είδα τους άντρες να δένουν το σαγόνι και τα χέρια του νεκρού σταυρωτά με ένα μεγάλο άσπρο πανί. «Παναγία μου ! Φοβούνται μη τους φύγει;» Η φαντασία μου οργίαζε. Στρώνουν ένα λευκό σεντόνι στο πάτωμα, βάζουν τον γέρο πάνω και κρατώντας τις άκρες του, μεταφέρουν το νεκρό στο διπλανό δωμάτιο πάνω σε ένα ντιβάνι. Μόλις τον βλέπει η θεια βάζει ξανά τις φωνές: «Μήτσοοοο! Πού μ αφήνεις μόνη μου;» και μετά από λίγο απευθυνόμενη στις κόρες της «Άντε να ντυθείτε, θα έρθει κόσμος. Ντο να μαρ δούνα».
Έχοντας λουφάξει σε μια γωνιά του δωματίου που βρισκόταν τώρα ο νεκρός, ούτε κατάλαβα πότε και γιατί το άδειασαν και ότι απόμεινε σε αυτό σκεπάστηκε με άσπρα σεντόνια.
«Μώη όχι αυτό το μαντήλι. Του έχω πάρει καινούριο. Για τίποτα δεν είστε άμα δεν σηκωθώ εγώ» φώναξε πάλι η Μήτσα. Οι κόρες αλληλοκοιτάχθηκαν και πήγαν ξανά στη ντουλάπα. «Νόμισμα του βάλατε στα χέρια;» ρώτησε ξανά για να πάρει θετική απάντηση. Ο άλλος γιος του Μήτσου τηλεφώνησε σε ένα ταξί να κινήσουν για τη Θήβα, προκειμένου να πάρουν τη κάσα. Η μεγάλη κόρη επέστρεψε με μια εικόνα της Παναγιάς που την έβαλε πάνω από τα σταυρωμένα χέρια του νεκρού.
«Τη καμπάνα ξεχάσαμε» φώναξε η θεια Χίτσα.
Περιτριγυρίζοντας το δωμάτιο τα μάτια της θειας έπεσαν πάνω μου.
«Αντε Γιωργάκη, πήγαινε στο παπά και πες του να βαρέσει τη καμπάνα».
Μισή ώρα αργότερα είδα με την άκρη του ματιού μου δυο άντρες να έρχονται κρατώντας ο ένας ένα τσίγκινο κουτί και ο άλλος μια τσάντα με κεριά. Τα απέθεσαν σε ένα τραπέζι δίπλα στην είσοδο. Έβγαλαν την τραγιάσκα τους και μπήκαν μέσα παίρνοντας ένα κερί ο καθένας. «Πάει κι ο Μήτσος» είπε ο πρώτος ανάβοντας το κερί και τοποθετώντας το σε ένα μεγάλο πιάτο με στάρι. Δεν πρόλαβε να χαιρετίσει και πάλι ξέσπασε σε κλάματα η χήρα. «Αχ Μήτσοοοο !».
Χαιρέτησαν τους συγγενείς και βγήκαν στην αυλή όπου έπιασαν κουβέντα με τους υπόλοιπους που είχαν συγκεντρωθεί.
Οι κουβέντες τους μου ακούγονταν κάπως μπερδεμένες στο μικρό μυαλό μου. «Πάει ο Μήτσος» «Πάει. Θέρισες το κριθάρι;» «Έχει αφήσει διαθήκη;» Άκρη δεν έβγαζα από τα λεγόμενά τους.
Σε λίγο ήρθε και το ταξί από τη Θήβα φορτωμένο με την κάσα. Τη μετέφεραν δίπλα στο ντιβάνι και έβαλαν μέσα τον μπάρμπα. Όρμησαν οι μαυροφορεμένες από πάνω να καλύπτουν με λουλούδια το νεκρό με κλάματα και σπόντες. «Τόσα σας έδωσε ο πατέρας σας. Ένα φέρετρο της προκοπής δεν βρήκατε να του πάρετε;» σχολίασε η αδερφή του η Τασία. Μια γιαγιά στην ηλικία του Μήτσου περίπου. Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω της για αρκετή ώρα. Φορούσε ένα μαύρο μαντήλι που σκέπαζε ακόμη και τα μάτια της, αλλά αδυνατούσε να καλύψει το πλούσιο μουστάκι της. «Τέτοια κάσα ούτε πρίγκηπας δεν είχε.» απάντησε η κόρη του, ρίχνοντας στη θεια ένα βλέμμα χειρότερο και από μαχαιριά. «Τέλος πάντων» συνέχισε η θεια. «Εμάς ο μπαμπάς μας είχε υποσχεθεί και το χωράφι στο Τσεφτιλίκι. Ο Μήτσος το ήξερε». Για να ακολουθήσει η επωδός: «Μήτσο αδερφέ μου σε έχασα». Η γριά έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη της ποδιάς της σκούπισε τα μάτια της, φύσηξε δυνατά τη μύτη της και άρχισε το μοιρολόι στα αρβανίτικα που δεν καταλάβαινα λέξη. Σταματούσε κάποια στιγμή, έκανε παρατηρήσεις για τα ρούχα που φόραγαν οι άλλες και συνέχιζε.

Το ξενύχτι

Το έθιμο στον τόπο μας είναι να ξενυχτούν τον νεκρό πριν τον συνοδέψουν στην τελευταία του κατοικία, αλλά η νύχτα είναι δύσκολη. Παρατήρησα πώς μόλις βασίλεψε ο ήλιος σκέπασαν το πρόσωπο του νεκρού με ένα μαντήλι, ενώ ο κόσμος σιγά σιγά λιγόστευε. Η μάνα μου που ήταν απασχολημένη στη κουζίνα φτιάχνοντας συνεχώς καφέδες μάλλον με είχε ξεχάσει. Έγινα αντιληπτός όταν το ρολόι έδειχνε ήδη δώδεκα. Με άρπαξε από το χέρι και με πήγε σπίτι για ύπνο. Εν τω μεταξύ τα χασμουρητά των λιγοστών που είχαν παραμείνει ακούγονταν μέχρι έξω στην αυλή. Η δε θεια με το μουστάκι, ακουμπισμένη πίσω στο ντιβάνι, είχε ένα ροχαλητό που σε κάθε ανάσα αποκτούσε και περισσότερη ένταση.
Ο ήλιος πέρασε νωρίς από τις γρίλιες του παντζουριού που είναι πάνω από το κρεββάτι μου και στόχευσε τα βλέφαρά μου. Αναζήτησα με τα μάτια μου τη μάνα μου, αλλά είχε ήδη πάει στο σπίτι του γείτονα.
Στο διπλανό σπίτι είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται κόσμος. Παρέες με άντρες και παππούδες στο προαύλιο, γυναίκες και γιαγιάδες στο δωμάτιο με το νεκρό. Πηγαίνοντας ξανά στο γειτονικό σπίτι για να βρω τη μάνα μου, γινόμουν κοινωνός πρωτόγνωρων συζητήσεων που μόνο σχέση με το νεκρό δεν είχαν. Οι γυναίκες σχολίαζαν τα μαύρα της θεια Μήτσας των θυγατέρων της και τα σεντόνια του νεκρού, ρουφώντας τον καφέ με δύναμη «φιουυυυυυυ» και φροντίζοντας να κάνουν θόρυβο αφήνοντας το φλυτζάνι στο πιατελάκι που κρατούσαν με το άλλο χέρι. «Και τον καφέ λυπήθηκαν. Από ρεβίθι είναι;» σχολίασε η Αγγελικώ.
Βγαίνοντας έξω και αναζητώντας την παρέα του παππού μου, άκουσα να μιλάνε για τα ριξίματα του γέρου στις γκολιγκές που είχε κάνει. «Ρε δεν υπήρχε περίπτωση να μην σε κλέψει. Τρεις φορές βάλαμε μαζί πατάτα και με πούλησε» είπε ο μπάρμπα Παντελής, ενώ η υπόλοιπη παρέα κουνούσε το κεφάλι στηρίζοντας τα χέρια στο μπαστούνι του ο καθένας.
Άκουγα, άκουγα και απορούσα με θυμό: «Μα καλά! Άνθρωπος πέθανε, δεν ντρέπονται λιγάκι; Δεν σέβονται τον πόνο των δικών του;»
Άργησα πολύ να καταλάβω αυτό που έλεγαν κάθε φορά σε τέτοιες περιπτώσεις: « Γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο δεν υπάρχει».
Δίπλα στον φούρνο της αυλής γειτόνισσες είχαν ανάψει φωτιά και πάνω σε μια σιδεροστιά ζέσταιναν νερό σε ένα μικρό καζάνι. Μέσα έριξαν στάρι για να βράσει. Αυτό το μοίρασαν στην εκκλησία ως κόλλυβο για να συγχωρεθεί ο νεκρός.
Στην εκκλησία
Είχε φθάσει δώδεκα το μεσημέρι και η καμπάνα χτύπησε ξανά στα τρία, Σε λίγα λεπτά έκαναν την εμφάνισή τους στην αυλή ο παπα Σωτήρης με τον παπα Γιάννη από το Κλειδί μαζί με παιδιά που κρατούσαν έναν σταυρό και κάτι στρογγυλά σε κοντάρια που αργότερα έμαθα πώς λέγονται … ξεφτέρια. Έτσι μου τα είπε ο παππούς μου βέβαια, γιατί η κανονική ονομασία τους είναι εξαπτέρυγα.
Το δωμάτιο άρχισε να αδειάζει και έμεινε μόνο η οικογένεια. Μπήκαν οι παπάδες, διάβασαν κάποιες ευχές με φωνές που μόλις ακούγονταν αφού τα «αχ βαχ» της θεια Μήτσας σκέπαζαν τα πάντα και βγήκαν από το δωμάτιο. Τέσσερις άντρες πήραν τον νεκρό στα χέρια και ξεκίνησε η πομπή για την εκκλησία. Μόλις έγινε η έξοδος άκουσα έναν δυνατό κρότο από κάτι που έσπασε. Αργότερα έμαθα πώς ο τελευταίος συγγενής που έμενε σπίτι έσπαγε ένα γυάλινο κανάτι ή πιάτο για να ξορκίσει το κακό και να μην ξανάρθει σε αυτό το σπιτικό.
Η πομπή έφθασε στην εκκλησία. Μπροστά ο μπάρμπα Βαγγέλης ο ψάλτης που ούτε καταλάβαινα τι έψελνε, πίσω οι παπάδες και στη συνέχεια ο νεκρός και η οικογένειά του. Οι τέσσερις άντρες άφησαν το φέρετρο στο κέντρο του ναού και ξεκίνησε η ακολουθία. Ένας άντρας αφαίρεσε την εικόνα της Παναγίας και τοποθέτησε την εικόνα της Ανάστασης του Χριστού στο ύψος των χεριών του νεκρού. Κάποια στιγμή νόμιζα πώς είχαν σκοπό να τον κάψουν, καθώς κάθε ένας που πήγαινε, στερέωνε στις άκρες της κάσας και από ένα κερί αναμμένο. « Έχει γούστο !» σκέφτηκα. Ευτυχώς διαψεύσθηκα. Λίγο αργότερα πέρασε ο νεωκόρος μάζεψε τα κεριά και άρχισε να μοιράζει σε καθέναν που βρισκόταν μεσ’ το ναό από ένα κερί. Το άναβαν και το κρατούσαν στο χέρι μέχρι να ολοκληρωθεί η τελετή. Στο τέλος ακούω τον παπά Σωτήρη να κοιτάζει τον ψάλτη και να λέει « Δεύτε τελευταίον ασπασμόν….». Ο μπαμπα Βαγγέλης πρέπει να ήταν λίγο περήφανος στα αυτιά γιατί ο παπάς του φώναξε: «Βαγγέληηη! Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» Τινάχτηκε ο μπάρμπας, έβαλε το δεξί του χέρι πίσω από το αυτί σαν αντιηχείο, ακούστηκε ένα «Ναιιι» και ξεκίνησε να ψέλνει. Οι παπάδες ασπάσθηκαν το νεκρό, συλλυπήθηκαν τους συγγενείς και σειρά πήρε ο κόσμος. Περνούσε ο καθένας εμπρός από το λείψανο, φιλούσε την εικόνα και μετά χαιρετούσε τους συγγενείς που είχαν πάρει θέση σε καρέκλες δίπλα στην έξοδο.
Ο Γιάννης, ένας από τους τέσσερις που κρατούσαν το φέρετρο έκανε νόημα στο γιο του Μήτσου. «Κοίτα βρες και άλλους να βοηθήσουν. Είναι βαρύς ο γέρος».
Η πομπή κατηφόρισε από την πλατεία, πέρασε την αγορά και έστριψε στο μανάβικο. Ο παππούς μου στο ένα του χέρι κρατούσε το μπαστούνι του και στο άλλο το δικό μου χέρι. «Φοβάσαι;» με ρώτησε. Δεν απάντησα, αλλά μάλλον το κατάλαβε από το πόσο σφιχτά τον κρατούσα. «Γάτσς και στα δικά μας» του είπε ο μπάρμπα Αλέκος και είδα τον παππού μου να φτύνει στο χώμα. «Σε γάμο είμαστε;» αναρωτήθηκα.

Η οδός Αναπαύσεως

Παίρνοντας τη στροφή είδα μια πινακίδα που δεν κατανοούσα το όνομά της. «Οδός Αναπαύσεως» «Τι να σημαίνει άραγε αυτό;».
Η Οδός Αναπαύσεως είναι ένας στενός δρόμος, γεμάτος δέντρα που μοιάζουν να ψιθυρίζουν ιστορίες στον άνεμο. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στον Αι Νικόλα, στο νεκροταφείο. Ψηλά κυπαρίσσια που ενισχύουν τον ελαφρύ άνεμο με το θρόισμά τους, μαντριά και κοτέτσια.
Λίγο πριν φθάσουμε στον βάτο του Καπετάνιου, η κακαράντζα από ένα κοπάδι που προηγείται της πομπής έχει σκεπάσει όλο τον δρόμο, ενώ τα κουδούνια και τα γαυγίσματα σκεπάζουν όλες τις κουβέντες. «Τι περιμένεις; Όλοι οι πρόεδροι λένε θα στρώσουν το δρόμο και θα βγάλουν τα μαντριά έξω από το χωριό. Γεράσαμε και ακόμη εδώ είναι» έλεγε ο Τάκαρος στη διπλανή παρέα. «Εμάς δεν μας θέλατε» πετάχτηκε ο Γιάννος που ήταν υποψήφιος και δεν εκλέχθηκε για του απαντήσει ξανά ο μπάρμπα Διοχάρης «Σας είδαμε και σας την προηγούμενη τετραετία». Πειράχτηκε και δεν ξαναμίλησε ο Γιάννος. Αποτραβήχτηκε σιγά σιγά σε άλλη παρέα. Ο κόσμος που συνόδευε τη πομπή έκανε άλλοτε μικρά και άλλοτε μεγάλα βήματα για να αποφύγει τα «βομβίδια», οι δε γυναίκες κρατούσαν τη μύτη τους εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια τους με ένα μακρόσυρτο «Οιουουυ ζέλα».
«Από εδώ δεν γύρισε κανείς πίσω» είπε στον παππού μου ο μπάρμπα Παντελής και κόντεψα να μείνω από το φόβο μου: «Παναγία μου! Πού πάμε;». Τράβηξα προς τα κάτω το χέρι του παππού: «Τι είναι;» με ρωτάει. Σκύβει και του λέω σιγανά: «Θέλω να πάω σπίτι». «Δεν γίνεται τώρα. Θα τελειώσουμε με τον μπάρμπα και μετά». Το μετά ήταν για μένα ατελείωτο. Η τελευταία ανηφόρα δε μέχρι την είσοδο του νεκροταφείου βάρυνε τόσο πολύ τα βήματά μου που ένιωθα ήδη εξαντλημένος. Σε όλη αυτή την κατάσταση σημαντικό ρόλο είχαν παίξει και οι κουβέντες στην πλατεία με μεγαλύτερα παιδιά για τον φόβο. Η μόνιμη επωδός για όποιον έλεγε ότι δεν φοβάται ήταν: «Πας στο νεκροταφείο βράδυ;» «Εγώ έχω πάει πολλές φορές». «Τότε άμα είσαι άντρας, πήγαινε σήμερα και φέρε ένα κόκαλο από εκεί.» Έτσι μετρούσαμε την αντροσύνη μας.
Είχα περάσει αρκετές φορές με το γαϊδουράκι του παππού έξω από το νεκροταφείο για να πάμε σε έναν ελαιώνα πίσω από τον Αι Νικόλα, αλλά μέσα δεν είχα μπει. Πρώτη φορά ήταν η σημερινή στην κηδεία του μπάρμπα Μήτσου. Ο παππούς κατάλαβε τον φόβο μου και μου λέει: «Μην φοβάσαι τους νεκρούς εδώ. Τους ζωντανούς να φοβάσαι !» . Άργησα πολύ να καταλάβω τα λόγια του, αλλά τα κατάλαβα καλά.

Στον Αι Νικόλα

Μπαίνοντας στο νεκροταφείο, η πομπή οδηγήθηκε δεξιά από το κεραμόσκεπο εκκλησάκι. Αν και απλή κατασκευή μου έκανε εντύπωση ότι στην πρόσοψή του πάνω από την ξύλινη είσοδο είχε κολλημένα τρία πιάτα και μια πλάκα με δύο τέρατα που δεν είχα ξαναδεί. Ο τρόμος μου συνεχίστηκε. Δυο συγχωριανοί είχαν ανοίξει έναν τεράστιο, για τα παιδικά μου μάτια, λάκκο και δίπλα πάνω στο χώμα που είχαν βγάλει, ήταν αφημένα τσαπιά και φτυάρια. Άφησαν την κάσα δίπλα στο λάκκο. Οι παππάδες διάβασαν κάποιες ευχές. Σκέπασαν το πρόσωπο του νεκρού με μια πετσέτα. Ο ένας από τους δύο εργάτες του έλυσε τα χέρια. Έβαλαν δίπλα κρασί και άδειασαν ένα πιάτο στάρι και με δυο σχοινιά τον κατέβασαν στο λάκκο. Μαζί με αυτά τοποθέτησαν δίπλα στην κάσα και ένα γεμάτο μαξιλάρι. Αργότερα έμαθα πώς ήταν τα οστά των γονιών του, που με επιμέλεια αφαίρεσαν από το χώμα οι εργάτες. Τα έπλυναν με κρασί και τα τοποθέτησαν στο μαξιλάρι.
«Μήτσοοο μου χαιρετίσματα στους συγγενείς. Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα; Να με περιμένεις.» Φώναξε η θεια Μήτσα. Ενώ από πίσω ακούστηκε η φωνή της θεια Βασίλως «Μμμ. Μια χαρά θα ζήσει. Σιγά μην πάει. Τόσο ξύλο που είχε φάει!» και όλοι έσκασαν στα γέλια.
Έβαλαν το καπάκι και πάνω από αυτό μια μεγάλη πέτρα. «Παππού γιατί του έβαλαν αυτή τη πέτρα;» Και ο μπάρμπα Παντελής θέλοντας να κάνει χωρατό μου λέει: «Για να μην μπορεί να φύγει». Τον κοίταξα με απορία φόβου, αλλά γρήγορα την ματιά μου παρέσυρε το πέρασμα του κόσμου από το μνήμα. Έπαιρναν στη χούφτα τους λίγο από το σκαμμένο χώμα και το πετούσαν μέσα στον λάκκο λέγοντας ο καθένας «Θεός σχωρέστον».
Ο κόσμος, κυρίως οι γυναίκες κουβαλούσαν κοντά μπουκάλια με λάδι και άναβαν τα καντηλάκια από τους τάφους των δικών τους συγγενών, ενώ οι παππάδες περιφερόντουσαν σε αυτά διαβάζοντας τρισάγια.

Ο δρόμος της επιστροφής ίσως να ήταν και η λύτρωση από το αναπόφευκτο στη ζωή, τον θάνατο.
Από τότε διάβηκα πολλές φορές την οδό Αναπαύσεως αποχαιρετώντας συγχωριανούς, συγγενείς και φίλους με το ίδιο συναίσθημα.
Ποτέ δεν απάντησα στο ερώτημα πού οφείλεται αυτή η περίεργη ζωντάνια στις κηδείες. Ίσως φταίει που οι γηραιοί κάτοικοι του χωριού, καθώς μας αποχαιρετούσαν, φρόντιζαν να μας αφήσουν ιστορίες που γαργαλούν την ψυχή μας. Ίσως ακόμη διαβαίνοντας την οδό Αναπαύσεως, μέσα από τις ιστορίες αυτές να προκύπτει η συγχώρεση που επιζητούν και να αναπαύεται και η ψυχή τους.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License