Οι ντρινταστέδες της Θείτσα Κιάς

Οι ντριταστέδες της Θείτσα Κιάς.

Αυγά έβαλα. Σόδα, αλάτι έβαλα. Αλεύρι από το καλό έβαλα. Τη κατσαρόλα με το λάδι την έκαψα όπως μου είπε η θεια. Γιατί δεν πέτυχαν;
Παραμονές Χριστουγέννων του 1954 και η Μήτσα πρώτη χρονιά νύφη στο Μπουρατζέικο θέλει να κερδίσει την εύνοια της πεθεράς, που πάντα έχει να πει… μια καλή κουβέντα για τη νύφη της.
Η αδερφή της μάνας της, η Θείτσα Κια είναι γνωστή στη Λιάτανη για τα υπέροχα Χριστουγεννιάτικα γλυκά που φτιάχνει. Κυρίως για ντριταστέδες(δίπλες) της. Χρυσαφένιες, δαντελωτές, μελωμένες και πασπαλισμένες με μπαχάρια, καρύδια και σουσάμι.
Στο χωριό παινεύαν μια νοικοκυρά για τα γλυκά της με τη φράση: «Εσύ ξεπέρασες και τη Θείτσα Κια».
Πριν καλά καλά τελειώσει το ψήσιμο η Μήτσα, εμφανίζεται στη πόρτα η πεθερά της: «Σπετόβε με ντριντασεν Μήτσα, σαλ νι τε σιοχ γιεν μιρ;» (τέλειωσες με τις δίπλες Μήτσα; Δώσε μου να δω αν πέτυχαν).
«Ναι μάνα κάτσε να σου βάλω σε ένα πιάτο μια μελωμένη και μια αμέλωτη».
Κάθεται η γριά. Δοκιμάζει και ξινίζει τα μούτρα της «Νούσα ζερι ε δε βερβίε γκα χώνι». (Νύφη πιάσ τες και πέτα τες στο Χώνι). Πάγωσε η Μήτσα που βλέπει τη πεθερά να φεύγει άρον άρον. «Στρίγκλα! Ρε μπας και μου κρύβει τίποτα η θεια;» αναρωτήθηκε.
Σβήνει τη φωτιά και τραβάει κατευθείαν στη θεια. «Καλό μεσημέρι θειά. Καλές Γιορτές». «Μιρ έρδε Μητσα» (καλώς τη Μήτσα) αποκρίθηκε η θεια.
«Έχω πρόβλημα με τις ντριταστέδες. Δεν πετυχαίνουν. Ότι μου είπες το έκανα». Αρχίζει η θεια της ερωτήσεις και σε κάθε ερώτηση έπαιρνε μια καταφατική απάντηση.
«Αλεύρι έβαλες από το καλό; Το κοσκίνισες 2 φορές; Τα αυγά ήταν φρέσκα; Πήρες σόδα από τον Γρίβα; Ποτό μαστίχα πόσο έριξες;» Στη τελευταία ερώτηση η Μήτσα τα χάνει. «Θεια δε μου είπες για μαστίχα, ούζο μου είπες» «Αποκλείεται να σου είπα ούζο. Δε βάζω ποτέ. Αυτό είναι το λάθος σου». Τι να πει η Μήτσα χαιρετάει και φεύγει απογοητευμένη, γιατί δεν πρόσεξε όταν έγραφε τη συνταγή.
Στο δρόμο βρίσκει τη Σούλα και μετά τις ευχές της αναφέρει και το πάθημά της με τη συνταγή. Με τη Σούλα ήταν συνομήλικες και έκαναν παρέα. Στο άκουσμα της μαστίχας η Σούλα τα χάνει. «Α! εμένα μου είπε να βάλω τσίπουρο. Μάλιστα εκτός από καρύδια και κανέλα μου είπε πως βάζει και λίγο κόκκινο πιπέρι». «Έχει γούστο να μας δουλεύει η θεια;» αναρωτήθηκε η Μήτσα.
Εν τω μεταξύ στο σπίτι της θειας έχουν καταφθάσει η Μαριώ με τη Ντίνα για να φτιάξουν μαζί τα γλυκά. «Κια θα τα ζυμώσω εγώ» λέει η Ντίνα.
«Τε ρις ατιέ τσι γιε» (Να καθίσεις εκεί που είσαι). Λέει η Κιά και της ρίχνει ένα απειλητικό βλέμμα για να μην πλησιάσει. Μπαίνει μπροστά στο νεροχύτι η Κια και από πίσω η Ντίνα με τη Μαριώ παρατηρούν δυο χέρια να ρίχνουν υλικά στην κόκκινη πήλινη λεκάνη.
Μάταια προσπαθούν να δούν. Η θεια έχει καλύψει πλήρως την περιοχή. Ακόμη και οι κινήσεις της κρύβουν τη δράση της. Η Μαριώ κοντεύει να σκάσει από τη ζήλια της, αλλά τι να κάνει που περιμένει τους συμπεθέρους της μικρής της κόρης από τις Στανιάτες και θέλει να τους ευχαριστήσει; «Λιε μώη ντερζέζα τε σιοχ ε δε νουκ ντο τε θοτ νονι». (άσε με να δω και δε θα το πω σε κανέναν). Μια ματιά της Κιας ήταν αρκετή για να καθίσει ξανά στη θέση της η Μαριώ δίπλα στο τζάκι και να περιμένει την ώρα που θα έκοβαν το μείγμα και θα το τηγάνιζαν.
Χρόνια προσπάθησαν στο χωριό να μάθουν τη συνταγή της και όλοι έκαναν εικασίες ότι γνώριζαν.
Μα το γράμμα που βρέθηκε στο κασελάκι της κάτω από τον γιούκο της εξήγησε την άρνησή της να διαδώσει τη συνταγή της.

Τη συνταγή για τους ντριταστέδες μου την είπε η μάνα μου και με όρκισε ότι μέχρι να πεθάνω δεν θα τη δώσω σε κανέναν, γιατί έτσι είχε υποσχεθεί και κείνη στη μάνα της. Αφού βρήκατε αυτό το γράμμα εγώ δεν θα είμαι στη ζωή, αλλά η συνταγή μου πρέπει να συνεχισθεί.

5 αυγά θα χρειαστείτε. Να προσέξετε από πού παίρνετε τα αυγά να είναι φρέσκα. Μια κουταλιά σόδα. Ο Αφεντάκης στη Χαλκίδα έχει τη καλύτερη. 4 φλιντζάνια αλεύρι άσπρο, λάδι καλό για το τηγάνισμα, μισό φλιντζάνι ποτό μαστίχα για άρωμα. Για από πάνω μισό κιλό μέλι, όχι ότι κι ότι, θυμαρίσιο, δυο χούφτες καρύδια, κανέλα, γαρύφαλλο και λίγο κόκκινο πιπέρι. Ναι καλά διαβάζετε. Είναι αυτό που δίνει τη σπιρτάδα στα γλυκά μου και κάνει τον άντρα μου θεριό ανήμερο το βράδυ. Προσέξτε Ζάχαρη μη βάλετε γιατί θα χαλάσετε τη συνταγή. Σε πολλές από σας είχα πει να βάζετε ζάχαρη για να μην πετύχει η δική σας.
Προσέξτε τώρα. Χωρίστε τους κρόκους από τα ασπράδια σε δυο μικρές λεκάνες. Πάρτε 2 πιρούνια και χτυπήστε τα ασπράδια , ρίχνοντας το αλάτι μέχρι να γίνουν αφράτα. Α ξέχασα. Χρειάζεται και λίγη βανίλια. Θα τη ρίξετε στη λεκάνη με τους κρόκους και θα τα χτυπήσετε μέχρι να ασπρίσουν. Όταν ασπρίσουν τα ρίχνουμε στη λεκάνη με τα ασπράδια, μαζί με τη σόδα. Τα χτυπάμε όλα μαζί να αφρατέψουν και σιγά σιγά ρίχνουμε το αλεύρι. Μη ξεχαστείτε και σταματήσετε το ανακάτεμα όση ώρα ρίχνετε το αλεύρι. Ενδιάμεσα ρίξτε και τη μαστίχα.
Μόλις το ζυμάρι πήξει βουτάμε τα χέρια μας στο λάδι και το ζυμώνουμε μέχρι να σταματήσει να κολλάει στα χέρια μας. Μετά σκεπάζουμε το ζυμάρι με μια πετσέτα για τρία τέταρτα και το αφήνουμε στο νεροχύτη.
Μετά ρίχνουμε αλεύρι στο τραπέζι και με τη φτόλιελια απλώνουμε το ζυμάρι μέχρι να γίνει πολύ λεπτό, τόσο που να βλέπεις απέναντι.
Από δω και πέρα τα ξέρετε. Το κόβετε σε μακρόστενες φέτες, τα τυλίγετε και τα βουτάτε στο τηγάνι, αφού πρώτα έχει κάψει το λάδι. Μη ρίξετε πολλές μαζί γιατί θα κολλήσουν. Μόλις κάνουν φουσκάλες τις τυλίγουμε μέχρι να πάρουν προς το κόκκινο και τις βγάζουμε με το κεψιέ σε ένα σουρωτήρι για να τρέξει το λάδι.
Μόλις κρυώσουν να ζεστάνετε το μέλι και μέσα να ρίξετε μια μύτη κόκκινο πιπέρι. Τρίψτε καρύδια, ρίξτε και κανέλα και ρίξτε τα από πάνω για σιρόπι.
Αυτή είναι η συνταγή μου που άρεσε σε όλους. Ότι κάνετε να το κάνετε με αγάπη. Να το σταυρώνεται και αυτό θα βγει καλό. Εγώ στο ζύμωμα έλεγα 3 φορές το Πάτερ ημών. Όσο για τη Μαριώ και τη Ντίνα τόσα χρόνια δίπλα μου τίποτα δεν κατάφεραν. Αυτές οι κουτορνίθες νόμιζαν ότι έβαζα τσίπουρο και ούζο στα γλυκά, γιατί έτσι τους έλεγα.

Ρε τη θεια! Σκέφτηκε η Μήτσα μετά από χρόνια που είδε με τα μάτια της το χαρτί. Λες να έχει δίκιο;
Και πραγματικά τα Χριστούγεννα του 1967 είχαν άλλη γεύση.
Οι δίπλες της Μήτσας θύμιζαν αυτές της θειας και δυστυχώς δε ζούσε πλέον και η πεθερά της για να της δείξει ότι και κείνη έχει ικανότητες.


από τη συλλογή: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα
Γιώργος Ηλ. Ζωίτσης

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License