ΑΜΜΑΝ ΙΟΡΔΑΝΙΑΣ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ 1942
Παρότι το Αμμάν ήταν μια μικρή πόλη στην αχανή έρημο, ως Αγγλικό προτεκτοράτο είχε κάποιες ελάχιστες ανέσεις για τους ξένους που το επισκέπτονταν.
Σε ένα αδιέξοδο στη συνοικία των Άγγλων, που δύσκολα το εντόπιζες τη νύχτα βρισκόταν το Jordan. Ένα ημιυπόγειο μπαρ, πέντε σκαλιά κάτω από το δρόμο, με χαμηλά φώτα, ξύλινα στρογγυλά τραπεζάκια με λάμπες πετρελαίου σε κάθε ένα από αυτά και άβολες καρέκλες. Έβρισκες ποτά ευρωπαϊκά να πνίξεις το πόνο σου, και κορίτσια να σου κρατήσουν συντροφιά και να ακούσουν τις νοσταλγίες σου.
- Να καθίσω μαζί σας αγόρια; Ρώτησε η νεαρή που μιλούσε άπταιστα αγγλικά και είχε χαρακτηριστικά μιγάδας.
Ο Γιάννης έριξε μια ματιά στον Ξύδη και με ένα νεύμα της πρότειναν το άδειο κάθισμα. Ήρθαν τα ποτά και μετά την πρόποση η κοπέλα ξεκίνησε τις ερωτήσεις.
- Να υποθέσω είστε Άγγλοι της RAF;
- Σου μοιάζουμε για Άγγλοι; Ρωτάει ο Ξύδης.
- Τότε τι είστε;
- Έλληνες είμαστε απαντάει ο Γιάννης.
Στο άκουσμα της λέξης το ποτήρι έφυγε από το χέρι της κοπέλας και έπεσε στο πάτωμα σκορπίζοντας το ποτό σε δεκάδες σταγόνες και γυαλιά. Η ταραχή της ήταν εμφανής και τα πρώτα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της.
Ο Γιάννης άπλωσε το χέρι του για να την ηρεμήσει αλλά εκείνη σηκώθηκε τρέχοντας και έφυγε από την παρέα.
- Ρε πού μπλέξαμε; Ένα ποτό ήρθαμε να πιούμε και να ξεκουραστούμε από τον φόρτο της μέρας και θα μας βγει ξινό. Μονολόγησε ο Γιάννης.
Το γκαρσόνι έτρεξε αμέσως με μια σκούπα και άρχισε να μαζεύει τα γυαλιά, ενώ ένας κύριος ακριβώς πίσω του ζήτησε συγνώμη για τη συμπεριφορά του κοριτσιού και έκανε νόημα σε δύο άλλες που είχαν αράξει στο μπαρ να κάνουν παρέα στους νεαρούς αεροπόρους που αναζητούσαν μια στιγμή ξενοιασιάς ανάμεσα στην ταλαιπωρία των ημερών.
Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε ήρεμα και γύρω στις τρεις το πρωί η παρέα αποφάσισε ότι ήταν ώρα ν’ αφήσει το μπαρ έχοντας κάνει έναν καλό λογαριασμό.
Στη γωνία του δρόμου αντίκρισαν τη μιγάδα, η οποία τους έκανε να χάσουν τη λαλιά τους λέγοντάς τους σε άπταιστα ελληνικά:
- Είμαι από την Κρήτη. Με πήραν μικρό κορίτσι στα δώδεκα και από τότε είμαι εδώ. Γι αυτό ταράχτηκα όταν σας άκουσα και σας ζητώ συγνώμη. Αλλά μου γεννήθηκε και μια ελπίδα μήπως με βοηθήσετε και γυρίσω πίσω.
- Κοπέλα μου δεν έχεις μάθεις τι γίνεται στη πατρίδα; Έχουμε πόλεμο. Ιταλοί και Γερμανοί έχουν καταλάβει την Ελλάδα. Φώναξε αργά & ειρωνικά ο Ξύδης με φωνή επηρεασμένη από το ποτό, όπως και το μυαλό του και ώθησε το χέρι του προς τα στήθη της.
Ο Γιάννης λίγο πιο νηφάλιος κατάφερε να τον συγκρατήσει και πρότεινε στην κοπέλα, αν θέλει, να ξαναβρεθούν. Δέχτηκε και τους είπε πώς το πραγματικό της όνομα είναι Μαρία, ενώ εδώ τη φωνάζουν Φατίμα.
Ο Γιάννης Γεωργιάδης είχε ενταχθεί το 1941 στην 335 Μοίρα Δίωξης κοντά στο Αμμάν της Ιορδανίας και εκπαιδεύτηκε στα καταδιωκτικά «Χαρικέιν». Το έλεγε η καρδιά του από μικρό παιδί.
Έγιναν όλα τόσο γρήγορα, όπως γρήγορη ήταν και η ζωή του. Ήταν από αυτούς τους λίγους αεροπόρους που κράτησαν ψηλά τα ελληνικά φτερά μετά την κατάληψη της χώρας από τους Ναζί τον Απρίλιο του 1941. Αποφασισμένοι να μην εγκαταλείψουν και να συνεχίσουν τον αγώνα φεύγουν για την Αίγυπτο και για τριάμισι χρόνια δίνουν παρουσία σε όλες τις συμμαχικές επιχειρήσεις κατά του Άξονα με μια μεγάλη ακτίνα δράσης που ξεκινούσε από την Ιταλία και τις τότε Γιουγκοσλαβικές ακτές έως την Κρήτη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Πώς ν’ αντέξεις τη σβάστικα να μολύνει τον Παρθενώνα;
ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 1932
- Κύριε Γεωργιάδη σε παρακαλώ να μείνεις λίγο μετά το τέλος της γιορτής. Θέλω να σου μιλήσω για τον Γιάννη. Είπε ο δάσκαλος στον πατέρα του και τον έβαλε σε σκέψεις ότι κάτι κακό είχε κάνει ο γιος του.
Ο Γιάννης τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό και ήταν ένα εξαιρετικό μυαλό με κριτική σκέψη, αλλά και από τα παιδιά που παρακολουθούσαν ανελλιπώς τα μαθήματα. Η γενική εικόνα που παρουσίαζαν τα σχολεία τότε ήταν η σποραδική παρακολούθηση των μαθημάτων, όποτε δεν υπήρχε δουλειά στο σπίτι ή στα μαντριά για τους τσοπαναραίους. Αν δε ήσουν και πρωτότοκος είχες περισσότερες ευθύνες.
- Αγαπητέ Στυλιανέ έχω υποχρέωση να σου πω δυο κουβέντες για τον Γιάννη και συ κρίνε και πράξε όπως νομίζεις καλύτερα. Δεν θέλω να μου απαντήσεις τώρα. Ο Γιάννης είναι ένα παιδί που του αρέσουν τα γράμματα. Του αρέσει η αριθμητική και κάνει με το μυαλό του πράξεις δύσκολες για παιδιά της ηλικίας του. Ξέρω την οικονομική σας κατάσταση. Ξέρω ότι έχεις άλλα τέσσερα στόματα από πίσω, αλλά αξίζει τον κόπο να τον στείλεις στο γυμνάσιο στη Χαλκίδα. Σου εγγυώμαι ότι δεν θα το μετανιώσεις.
Ο μπάρμπα Στυλιανός ήταν προοδευτικός άνθρωπος, αλλά τα προβλήματα πολλά, κυρίως οικονομικά. Ευχαρίστησε τον δάσκαλο και του είπε ότι θα το σκεφτεί. Όλο το βράδυ δεν είπε κουβέντα στη γυναίκα του τη Σταυρούλα, αλλά τη σκέψη του μονοπωλούσαν τα λόγια του δασκάλου. Την άλλη μέρα πηγαίνοντας για θέρισμα με τα ζώα, παρατηρούσε τον Γιάννη με πόση σβελτάδα μάζευε τα χερόβολα και τα έκανε δεμάτια. Είχε δέσει στο κεφάλι του και ένα χειρομάντηλο για τον ήλιο, όπως έκαναν οι μεγάλοι, θέαμα που έκανε τον πατέρα να γελάσει με την καρδιά του. Πλησιάζει τον Γιάννη και τον ρωτάει:
- Θες να συνεχίσεις το σχολείο;
Ο Γιάννης τον κοιτάζει με απορία και έκπληξη. Η φωνή του είχε πνιγεί, αλλά τα μάτια του πρόδιδαν την προθυμία του.
- Καλά θα τα πούμε το βράδυ στο σπίτι.
Με τη δύση του ήλιου αρχίζει η επιστροφή στο χωριό. Έξω από το σπίτι τους περιμένουν τέσσερα ζευγάρια ξυπόλυτα πόδια που γυρίζουν σαν μέλισσες γύρω από τα φορτωμένα ζώα. Ο Στυλιανός Γεωργιάδης μαζί με τη Σταυρούλα Σύρμα εκτός από τον Γιάννη απόκτησαν άλλα τέσσερα παιδιά: Την Φώτω, τον Στέφανο, την Αφροδίτη και την Ελένη.
Ο Γιάννης πήρε τα ζώα για να τα «φτιάξει» και ο Στυλιανός μετά από ένα γρήγορο πλύσιμο βγήκε στον καφενέ του Κατσάρη στην πλατεία να βρει τον δάσκαλο που σύχναζε εκεί.
- Δάσκαλε σκέφτηκα τους λόγους σου. Θέλω να βοηθήσω το παιδί μου, αλλά πού θα βρω παράδες να μείνει στη Χαλκίδα; Έχω κι άλλα στόματα από πίσω. Πώς θα τα θρέψω;
- Κυρ Στυλιανέ, είμαι χρόνια στο χωριό σας. Ξέρω τις δυνατότητες καθενός από σας. Αν είχα χρήματα θα πλήρωνα εγώ τα έξοδα του Γιάννη γιατί το αξίζει. Εκείνο που μπορώ να προσφέρω όμως και να μειώσω τα έξοδα είναι στέγη και τροφή. Στην Χαλκίδα μένει η αδερφή μου. Είναι χήρα. Μίλησα μαζί της και μου είπε ότι μπορεί να βοηθήσει. Εσύ θα πρέπει να αναλάβεις τα υπόλοιπα. Τι λες;
Ο μπάρμπα Στυλιανός τα έχασε. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση από τον δάσκαλο και συγκινημένος είπε το ναι. Έδωσαν τα χέρια, ήπιαν και ένα ούζο και κίνησε για το σπίτι.
Η Σταυρούλα είχε ετοιμάσει τον σοφρά με λίγο τυρί, ντομάτα, ελιές και ψωμί για το βραδινό. Κάθισαν όλοι γύρω, έβαλε κρασί στον άντρα της και τα μικρά άρχισαν να τιτιβίζουν, πειράζοντας ο ένας τον άλλο. Τον βόμβο διέκοψε ο Στυλιανός ανακοινώνοντας την απόφασή του και αφήνοντας βουβό το τραπέζι για αρκετή ώρα: «Ο Γιάννης από Σεπτέμβριο θα πάει γυμνάσιο στη Χαλκίδα».
Η Σταυρούλα τα έχασε. Ο Γιάννης προσπαθούσε να βεβαιωθεί αν άκουσε καλά, αλλά η εφηβεία του δεν του επέτρεπε να πέσει στην αγκαλιά του πατέρα του. Τα παιδιά έφυγαν και η Σταυρούλα έμεινε μόνη με τον άντρα της. «Τι έκανες Στυλιανέ; Θες να πεθάνουμε όλοι; Τα άλλα πώς θα τα ταΐσουμε;».
- Μίλησα με τον δάσκαλο και μου εξασφάλισε σπίτι και τροφή.
- Μα αμούστακο παιδί μόνο του σε μια πόλη;
- Γιατί; Ο Γιάννης του Παύλου τι παραπάνω έχει; Την απόφαση την πήρα. Θα πάει ένα χρόνο και μετά βλέπουμε.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Γιάννης μεγάλωνε σιγά σιγά και προόδευε. Τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο της Χαλκίδας και το 1937 ανακοινώνει στην οικογένειά την απόφασή του να δώσει εξετάσεις στη σχολή Ιπταμένων Αεροπορίας. Δεν άφησε και πολλά περιθώρια στους δικούς του. Ήταν πλέον δεκαοχτώ με πλούσιο μαλλί και ικανό μουστάκι.
Ο Γιάννης συμμετείχε στις εξετάσεις και ήταν ένας από τους επιτυχόντες της 4ης σειράς Υπαξιωματικών Ιπταμένων Χειριστών (τμήμα ΙΙ). Ήταν πλέον Δόκιμος Υπαξιωματικός Αεροπόρος. Παρουσιάζεται στο Τατόι το 1938 και μετά από διετή εκπαίδευση (στρατιωτική, θεωρητική & πτητική) ορκίζεται Ιπτάμενος Σμηνίας. Ήρθε σε επαφή με νέα αντικείμενα εκπαίδευσης όπως αεροδυναμική, αεροναυτιλία, μετεωρολογία, κινητήρες, αεροπορική τεχνική, κανονισμοί εσωτερικής υπηρεσίας. Παράλληλα μέχρι να πετάξει το πρώτο solo του (μόνος του) πέταξε 20 ώρες με εκπαιδευτή, ενώ η εκπαίδευση προχωρούσε με πτήσεις που παρουσίαζαν αυξανόμενη δυσκολία στην εκτέλεσή τους. Βασικό αεροσκάφος εκπαίδευσης ήταν το Avro 626.
Πριν καταλάβει καλά καλά τον ρόλο του, τον προλαβαίνουν τα γεγονότα του πολέμου και στις 10 Ιανουαρίου 1941 αναχωρεί για τη Βρετανική Σχολή Αεροπορικής Εκπαίδευσης (4th Special Flying Training School) στη βάση Χαμπανίγια (Habbaniya) του Ιράκ, προκειμένου να ολοκληρώσει το προχωρημένο πολεμικό στάδιο. Μαζί του εκπαιδεύονται οι φίλοι του Μαρίνος Σκλήρης, ένα χρόνο μεγαλύτερος και οι Μαρκόπουλος, Παπαγγελής, Δήμου, Αλεξόπουλος, Γκίζας και Στρατηγάκης. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο Αντισμήναρχος Παναγιώτης Βήλος. Στις 11 Απριλίου η αποστολή ολοκληρώθηκε, αλλά ενώ προορισμός ήταν η επιστροφή στην πατρίδα, βρέθηκε στη Γάζα της Παλαιστίνης και ενώθηκε με το υπόλοιπο προσωπικό της αεροπορίας που είχε καταφύγει εκεί. Στη Μέση Ανατολή άρχισε η Ελληνική Βασιλική Αεροπορία να κλείνει τις πληγές της και να ανασυγκροτείται αρνούμενη να πειθαρχήσει στις κατοχικές και δωσιλογικές κυβερνήσεις της Ελλάδος.
ΑΜΜΑΝ ΙΟΡΔΑΝΙΑΣ – ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1941
- Τι διαολεμένη μέρα σήμερα; Αναρωτήθηκε ο Γιάννης !
Το πρόγραμμα εκπαίδευσης στα Hurricane δεν μπορούσε να πάρει αναβολή. Εννέα χειριστές μαζί και ο Γιάννης επιβιβάστηκαν στα αεροπλάνα και ετοιμάστηκαν για πτήση. Έκαναν το σταυρό τους και απογειώθηκαν με χαμηλή ορατότητα. «Πού πάμε Θεέ μου; Ούτε ο ασύρματος δεν δουλεύει καλά». Μετά από μία ώρα προσπαθεί να φέρει το αεροσκάφος στο Αεροδρόμιο του Αμμάν. Ο κινητήρας κάνει κράτηση (έσβησε). «Έλα … έλα. Ευτυχώς είμαι κοντά. Βλέπω διάδρομο. Ωωω! Τα σκέλη γαμώτω. Δεν ανοίγουν. Έλα, έλα…».
Ο Γιάννης καταφέρνει να σύρει το σκάφος πάνω στον διάδρομο και να το προσγειώσει με ζημιές, αλλά είναι ζωντανός. Ο καιρός δεν επιτρέπει σε όλους να προσγειωθούν στο Αμμάν, Τρεις προσγειώνονται στο Ακιρ, αλλά λείπει ένας. Τα νέα δεν αργούν. Ο Θεοφανόπουλος έπεσε. Θυμός, πόνος βουβός και ερωτήματα. Τι πήγε λάθος; Τέτοιες στιγμές όμως, σε τέτοια πεδία και με τόση πίεση τα λάθη δεν μπορούν να αποφευχθούν. Δυστυχώς μερικές φορές αποβαίνουν μοιραία.
ΑΜΜΑΝ ΙΟΡΔΑΝΙΑΣ – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1942
Ο Γιάννης όποτε έχει χρόνο, όπως σήμερα το απόγευμα επισκέπτεται το Jordan για να δει τη Φατίμα. Δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν είναι έρωτας αυτό που αισθάνεται για την Κρητικοπούλα, αλλά νοιώθει την ανάγκη να την βλέπει συχνά. Είναι η πρώτη φορά που φεύγουν μαζί από το μπαρ και πηγαίνουν στο δωμάτιο που μένει, λίγο έξω από τη συνοικία των Άγγλων.
- Δεν μου έχεις μιλήσει ποτέ για την οικογένειά σου. Σιγοψιθύρισε η Φατίμα.
- Η αλήθεια είναι πώς τους έχω ξεχάσει και γω. Έχω έξι μήνες να τους γράψω και να λάβω γράμμα τους. Δεν ξέρω αν ζουν οι γονείς μου. Τους έστειλα και μια φωτογραφία μου, αλλά δεν έχω καμία δική τους να σου δείξω.
- Πρέπει να καμαρώνουν πολύ στο χωριό σου για σένα Γιάννη.
- Τι σημασία έχει; Ο πατέρας μου μπορεί να καμαρώνει στην αγορά, αλλά η μάνα μου πρέπει να υποφέρει. Με είχε ξορκίσει να μην πάω στη σχολή και με γέμισε φυλαχτά όταν έφυγα. Κάθε μέρα κοροϊδεύουμε τον δρεπανοφόρο. Κάθε προσγείωση και μια ανακούφιση. Άντε και σήμερα τον ξεγελάσαμε.
Δεν είπαν άλλη κουβέντα. Ο Γιάννης τελείωσε το τσιγάρο και έσμιξαν τα κορμιά τους με τόση ορμή λες και ο πόθος αυτός του ενός για τον άλλο περίμενε εγκλωβισμένος από εκείνη τη πρώτη συνάντηση στο ημίφως του Jordan.
Το επόμενο πρωί η Φατίμα ξύπνησε από τις φωνές του Γιάννη. Κοιμόταν, αλλά το όνειρο που έβλεπε ήταν πάρα πολύ ζωντανό. Τον χάιδεψε στον στέρνο και εκείνος πετάχτηκε.
- Ηρέμησε. Όνειρο ήταν και πάει. Του είπε.
- Όνειρο ήταν, αλλά σημαδιακό. Μάλλον πλησιάζει και μένα η ώρα μου.
- Πιστεύεις στα όνειρα Γιάννη;
- Έτσι με έμαθαν.
ΑΜΜΑΝ ΙΟΡΔΑΝΙΑΣ – 5 ΜΑΡΤΙΟΥ 1942
«Τι θα γίνει με αυτές τις βροχές; Κάθε μέρα τα ίδια. Άντε και σηκωθήκαμε. Πώς θα προσγειωθούμε;» Αναρωτήθηκε ο Γιάννης. Εκείνη τη μέρα πετούσε προγραμματισμένα ζευγάρι με τον Οικονομόπουλο. Ξαφνικά βλέπουν μπροστά τους ένα JU 88. Ξεκινούν πυροβολισμούς αλλά χωρίς αποτέλεσμα λόγω χαμηλής νέφωσης. Ευτυχώς το JU88 αναχαιτίστηκε από άλλα αεροσκάφη και άφησε τις βόμβες του στη θάλασσα. Ο Γεωργιάδης δεν μπορούσε να επιστρέψει και για λίγη ώρα ήταν αγνοούμενος. Ευτυχώς όμως η τύχη ήταν με το μέρος του για μια ακόμη φορά. Είχε επιλέξει να προσγειωθεί στο EDKU γιατί ο διάδρομος της βάσης δεν ήταν ασφαλής λόγω βροχής. Επέστρεψε την επόμενη μέρα.
Ο Γιάννης αποφασίζει πώς είναι καιρός να γράψει ένα γράμμα στον πατέρα του, αλλά πιάνοντας το χαρτί και το μελάνι τον σταματά το σήμα emergency για απογείωση. Σχεδόν καθημερινά απογειώνονται και επιτηρούν νηοπομπές που φθάνουν μέχρι το Sidi Barrari στην Αίγυπτο.
Έχει φθάσει Ιούνιος και η ζέστη δείχνει να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στα συστήματα των αεροσκαφών. Κάθε μέρα και μια μάχη με τον θάνατο. Μόνη του παρηγοριά η συντροφιά της Φατίμα, που όποτε του επιτρέπεται βρίσκει ικανοποίηση τρυγώντας το κορμί της.
ΑΜΜΑΝ – 16 ΙΟΥΛΙΟΥ 1942
Ξύπνησε πάλι σήμερα πρωί πρωί από το ίδιο όνειρο στην αγκαλιά της Φατίμα. Κοίταξε έξω από το τζάμι του παραθύρου, δίπλα στο κρεβάτι και είδε τη θερινή θολούρα της περιοχής. «Άντε πάλι… Αν τη γλυτώσω σήμερα, δεν θα πεθάνω ποτέ» είπε στη Φατίμα. «Θα γυρίσεις Γιάννη και γω θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω, γιατί ποτέ δεν βρέθηκε άντρας να με κάνει να αισθανθώ τον έρωτα όπως εσύ». «Αν ποτέ φύγω από δω, θα σε πάρω μαζί μου στην πατρίδα».
Στις 8 το πρωί βρίσκεται στη βάση και ετοιμάζεται να παραλάβει το αεροσκάφος Hurricane. Θα πετάξει με άλλα δύο σε πτήση σχηματισμού. Ο καιρός θολός. Απογειώνονται στις 10:05 και μετά από μια ώρα πτήσης οι άλλοι δύο χάνουν τον Γεωργιάδη.
«Ωωωω. Όχι πάλι με τον κωλοκινητήρα, το κέρατό μου μέσα. Πού προσγειώνομαι τώρα; Θεέ μου, Φατίμαααα».
Το αεροπλάνο έχασε αρκετή ταχύτητα και ο κινητήρας έκανε κράτηση με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο έδαφος, δέκα μίλια μακριά από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Ο δρεπανοφόρος αυτή τη φορά τα κατάφερε και νίκησε. Στην 335 μοίρα δεν μπορούν να διαχειριστούν άλλη μία απώλεια πού είναι και η μοναδική τον Ιούλιο του 1942.
Ο Γιάννης εντοπίζεται την ίδια μέρα από Άραβες αγρότες και την επόμενη εκδίδεται η άδεια ταφής του. Ένας ορθόδοξος παππάς διαβάζει τη νεκρώσιμη ακολουθία στα γρήγορα και η μικρή πομπή τον συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία στο Chatby της Αλεξάνδρειας. Μοναδική γυναικεία φιγούρα η Φατίμα. Ξεχώριζε η μιγάδα χωμένη μέσα σε ένα ολόλευκο φόρεμα.
Ίσως ήταν και το νυφικό που του χρωστούσε.





