από τους θρύλους του προστάτη μας Αγίου Θωμά

Προστατεύει πάντα ο Άγιος Θωμάς όποιον έχει ανάγκη

«Τ(ε) ρις ατιέ τσι γες. Νουκ για κοχα τ(ε) βες νε Σχηματάρι. Κε φάρε μεντ νε κρίε;» (Να κάτσεις εκεί που είσαι. Δεν είναι ώρα να πας στο Σχηματάρι. Έχεις καθόλου μυαλό στο κεφάλι;) Με αυτά τα λόγια προσπάθησε η Κούλια Πεππαινα να σταματήσει τον γιο της Θανάση να φύγει με το άλογο από τη Λιάτανη και να πάει στο Σχηματάρι.
Ο Χειμώνας του 1895 ήταν βαρύς και το χιόνι έφθανε το μέτρο. Οι χαραμάδες ηλιοφάνειας δεν άφηναν περιθώρια βελτίωσης του καιρού ειδικά για τους μεγαλύτερους που είχαν εμπειρία.
Ο Θανάσης Πέππας, παλληκάρι εύρωστο, είχε αρραβωνιασθεί πριν 3 μήνες στο Σχηματάρι και είχε να δει τη Κατερίνα σχεδόν ένα μήνα, αφότου ξεκίνησε ο χιονιάς.
Το προξενιό ήταν ευκαιρία και για τις δύο οικογένειες. Οι Πέππαίοι και οι Δουρδουβελαίοι το θεώρησαν μεγάλη τύχη για τα παιδιά τους. Αλλά και ο Θανάσης με την Κατερίνα όταν πρωτοαντίκρυσαν ο ένας τον άλλο ένοιωσαν αμοιβαία έλξη.
Η κάψα του νέου να δει τη Κατερίνα δεν αφήνει περιθώρια ώριμης σκέψης και δισταγμούς. Οι κουβέντες της μάνας δεν εισακούγονται.
Ο Θανάσης εκμεταλλεύεται την πρόσκαιρη ηλιοφάνεια, καβαλάει το άλογο και μέσα σε μιάμιση ώρα βρίσκεται στο Σχηματάρι.
«Βρε καλώς τον γαμπρό μας» λέει ο πεθερός «Κόπιασε Θανάση στο φτωχικό μας». Ξεζεύει το άλογο, δίνει στη πεθερά τα καλούδια που μόλις πρόλαβε να ετοιμάσει η μάνα του, το κρασί του πατέρα του και μπαίνουν μαζί με τον πεθερό του στο σπίτι.
«Γυναίκα στρώσε τραπέζι» προστάζει ο πεθερός. Τρέχει η Δουρδουβέλαινα, που τα έχει χάσει γιατί δεν τον περίμενε με τέτοιο καιρό, στο κοτέτσι και σφάζει μια κότα να την κάνουν σούπα.
Η Κατερίνα δεν έχει κάνει την εμφάνισή της και ο Θανάσης όλο ρίχνει ματιές τριγύρω ανήσυχες. Ο γερο Δουρδουβέλας έχει καταλάβει την αγωνία του και τον περιπαίζει. «Άντε να πιούμε κι αυτό το ποτηράκι». Ο Θανάσης πλέον δεν αντέχει. Ρίχνει τη ντροπή και ρωτάει:
«Η Κατερίνα θα έρθει;»
«Όλα στην ώρα τους» του απαντά ο πεθερός.
Το φαί έχει ετοιμασθεί και στρώνεται το τραπέζι. Επιτέλους εμφανίζεται η Κατερίνα με σκυμμένο το κεφάλι και κρατώντας στο χέρι την πιατέλα με τη κότα. «Γεια σας. Καλώς ήρθες Θανάση» Οι κοτσίδες της Κατερίνας έχουν φθάσει στη μέση της και προκαλούν ίλλιγγο στον Θανάση.
Μπουκιά δεν έβαλε στον στόμα του. Η Κατερίνα καθόταν απέναντί του και συνεχώς την κοίταζε. Οι κινήσεις της τρέλαναν τον γαμπρό και δεν ήθελε να φύγει. Έπρεπε όμως. Ήταν αδιανόητο για την εποχή να μείνει στο σπίτι της νύφης αστεφάνωτος.
Η ώρα πέρασε με τις ματιές της Κατερίνας χωρίς να το καταλάβει και άρχισε να σουρουπώνει.
«Αρκετά κάθισα. Πρέπει να φύγω γιατί έχω δρόμο» είπε ο Θανάσης.
«Ας πιούμε το τελευταίο ποτηράκι εις υγείαν της Κατερίνας».
Η Κατερίνα ξεπροβοδίζει τον Θανάση στο άλογο. Του δίνει σταφίδες και κρασί για το δρόμο και τον χαιρετάει.
«Να προσέχεις στο δρόμο γιατί θα σε έχω έννοια»
Ο Θανάσης φοράει το χοντρό του πανωφόρι, ανεβαίνει στο ψηλόσωμο ψαρί του και κατευθύνεται προς τον Λάρη, από τα περιβόλια των Σχηματαραίων.
Το σούρουπο είχε παραχωρήσει τη θέση του στη νύχτα και το χιόνι είχε ξεκινήσει πάλι να πέφτει βαρύ.
Στο δρόμο του αισθάνεται ότι κάποιος τον ακολουθεί. Κουκουλωμένος όπως ήταν, γυρίζει πίσω και βλέπει ένα μαύρο τετράποδο να το ακολουθεί, που έμοιαζε με λύκο. Το ύψος του έφθανε ως τα καπούλια του αλόγου.
Τα χέρια που κρατούσαν τα χαλινάρια άρχισαν να τρέμουν και με την άκρη του ματιού του έβλεπε το ζώο να τον πλησιάζει.
Καθώς φθάνει στο γεφύρι του Ασωπού βλέπει το εκκλησάκι του Αγίου Θωμά και φωνάζει: «Βοήθα Άγιε μου Θωμά να φθάσω σπίτι» και κάνει το σταυρό του.
Περνάει τη γέφυρα με τα μάτια του να καίνε και καθώς κοιτάει δίπλα του για να δει που είναι ο λύκος δεν βλέπει τίποτα. Κοιτάει δεξιά και πίσω, πουθενά το ζώο. Είχε εξαφανισθεί.
Κάνει πάλι το σταυρό του και τάμα στον Άγιο την επόμενη μέρα να ανάψει τη καντήλα του.
Καρφώνει με τις μπότες του το άλογο να τρέξει και φθάνει στο χωριό αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που έζησε.
Τα χρόνια πέρασαν και διηγούταν το περιστατικό στα παιδιά του, φροντίζοντας να τους θυμίζει πως ο Άγιος Θωμάς δεν αφήνει το κακό να περάσει το γεφύρι.
Στέκεται πάντα εκεί άγρυπνος φρουρός για όποιον έχει την ανάγκη του.

Μνήμες μικρού παιδιού που άκουγε αυτή την ιστορία σαν παραμύθι
καταγραφή: Σωτηρία Γ. Σύρμα

agiosthomaschapelmiddlebyzantine1.png
Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License