Θερμογιάννης

Θερμογιάννης: «…επί γενεές γενεών»

Έτοιμα τα κάρα αφεντικό . Φορτώθηκαν και τα τρία” είπε ο Κώτς Λαψάνης στον Θερμογιάννη. “Άντε να ξεκινήσουμε, γιατί πρέπει να είμαστε νωρίς στην Αθήνα”. “Τα ζώα είναι εντάξει; Οι συνοδοί; Αυτός ο Κολιοτόδρης μπορεί να κρατήσει ντουφέκι ή είναι πάλι τύφλα από το πιόμα;
Κάπως έτσι εξελισσόταν το εβδομαδιαίο δρομολόγιο του αφεντικού και της συνοδείας του στην Αθήνα.

Ο Θερμογιάννης, εγγονός του παπα Γιαννάκη τοπικού ήρωα της επανάστασης με πολλές διασυνδέσεις στη διοίκηση μέσω του Βάσου Μαυροβουνιώτη και του Κριεζώτη ήταν από τους δυνατούς του χωριού.
Καμάρωσε πολύ ο παπάς για το εγγόνι που γεννήθηκε το 1876. Δεν μπορούσε ο παμπόνηρος πρίφτης να χωνέψει ότι ο Τίτος του Παπαγιώργη προχώρησε στα γράμματα πριν χρόνια, ενώ τα δικά του παιδιά ούτε να ακούσουν γι αυτά δεν ήθελαν. Μπορεί να έκανε τον Κολιό δήμαρχο στη Τανάγρα, αλλά μόνο ο Θεός ξέρει πόσο έτρεξε ο παππάς. Eπένδυσε στο εγγόνι που πήρε το όνομά του.
Και ήταν έξυπνο αυτό το παιδί. Ξεχώριζε στην οικογένεια. Θέλεις τα ιερατικά γράμματα δίπλα στον παππού! Θέλεις το σχολείο στη Χαλκίδα! Θέλεις τα ταξίδια που έκανε με τον παπά! Όλα έπαιξαν το ρόλο τους. Ακόμη και η εξωτερική του εμφάνιση δε θύμιζε σε τίποτα το σόι των Βυργιώτιδων. Ευθυτενής και ψηλός για την εποχή του με στιβαρή και επιβλητική κορμοστασιά και περιποιημένο γένι, μάλλον για αστό τον έκανες παρά για Λιαταναίο.

Οι υψηλές γνωριμίες του παπά οδήγησαν τα βήματα του νεαρού Θερμογιάννη στην Αθήνα και μάλιστα κοντά στο παλάτι, όπου είχε αναλάβει μέρος της τροφοδοσίας.
Τρεις μήνες είχε συμπληρώσει το νέο έτος 1897 και ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄ απολάμβανε ήδη 34 χρόνια στον θρόνο μαζί με τη γυναίκα του Όλγα.
Οι συχνές μεταφορές με τα κάρα στο πίσω μέρος του παλατιού φέρνουν τον 21 χρονο νεαρό σε επαφή με την υπεύθυνη της βασίλισσας για την τροφοδοσία Άννα, κόρη της κυρίας επί των τιμών Χριστίνης Κωστή. Είναι η πρώτη φορά που μετά από αρκετές επισκέψεις σε μπορντέλα των Αθηνών, η καρδιά του σκιρτά και φροντίζει να κάνει συχνή τη παρουσία του εκεί με διάφορες προφάσεις. Η νεαρά το αντιλαμβάνεται και δείχνει ανάλογο ενδιαφέρον, αν και γνωρίζει πως αυτή η σχέση δεν θα έχει αίσιο τέλος, καθώς ο Θερμογιάννης δεν είναι της σειράς της και φυσικά δεν θα έχει ποτέ τη συγκατάθεση των δικών της.
Ο Γιάννης ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του παππού και εφοδιάζει το παλάτι με τα πρέποντα, πάντα φρέσκα και στην ώρα τους, Οι παράδες που κερδίζει πολλοί, γι αυτό και το επίθετο Θερμογιάννης. Πάντα θερμός στη τσέπη για όποια αγορά θελήσει.

Στη Λιάτανη βλέπουν την προκοπή του, μαθαίνουν για την ζωή του στην Αθήνα.
Γίνεται ζηλευτός γαμπρός και ταυτόχρονα μισητός από τους φτωχούς θείους Βυργιώτιδες. Θεωρούν πως τους ανήκει μέρος των κερδών, αφού όλα έγιναν με τη βοήθεια του παππά πατέρα τους και αρχίζουν οι έριδες.
Ο Θερμογιάννης όμως έχει μυαλό και δεν αφήνει περιθώρια εισχώρησης στην επιχείρηση. Είναι και αυτή η Άννα που τον έχει τρελάνει. Κάθε φορά που εμφανίζεται στο παλάτι: “Κύριε Γιάννη ελπίζω να μας φέρατε φρέσκα ζαρζαβατικά”. “Η μητέρα είπε πως η βασίλισσα προσέχει πολύ τη διατροφή της”.
Αυτή η φωνή σκέτη μελωδία. Η Άννα κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες κάθε φορά που έβλεπε πίσω από τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα να εμφανίζονται τα κάρα. Πάντα με ένα φόρεμα που το μήκος του ξεπέρναγε το ύψος της και σερνόταν στο χώμα της αυλής. Μαλλιά πιασμένα κότσο και χέρια που έμοιαζαν στα μάτια του Γιάννη με φτερά πουλιών. Ειδικά όταν σήκωνε τις μύτες των ποδιών της για να ελέγξει τα τελάρα πάνω στα κάρα και τέντωνε τον λαιμό της προκαλούσε στον Γιάννη παράλυση. Το γνώριζε αυτό και φρόντιζε κάθε φορά να του δυναμώνει τη φλόγα που είχε μέσα του για κείνη.

Πίσω στη Λιάτανη στο σπίτι του παπά Δημήτρη

Παπαγιαννάκης εγώ δεν μπορώ να γίνω, αλλά εσείς θα ζήσετε καλά” είπε ο παπα Δημήτρης στα παιδιά του Γιώργη και Τόδρη(Θοδωρή). Αντάλλαξαν ματιές οι γιοί, χωρίς να είναι σίγουροι γι αυτά που ακούνε. Κάτι ψιθυριζόταν στο χωριό ότι ο πατέρας τους είχε ανακαλύψει ένα σεντούκι με παράδες λίγο πιο πέρα από το Βλιάς(Βίλιαζι) στο μοναστηράκι του Αη Γιάννη, αλλά δεν γνώριζαν αν ήταν αλήθεια.
Το 1897 να είσαι παπάς. Να ζεις με τις λιγοστές προσφορές των πιστών και να σηκώνεις πύργο (δίπατο σπίτι με το κάτω μέρος για τα ζώα) αποτελεί ασύλληπτο όνειρο ακόμη και για τα δεδομένα της Λιάτανης που ήταν κεφαλοχώρι της Ταναγραϊκής.
Οι Λιαταναίοι βλέπουν την προκοπή του παπα Δημήτρη. Το χτίσιμο του πύργου, η αγορά ζώων και άμαξας, την άσωτη ζωή του Γιώργη και του Τόδρη και οι φήμες οργιάζουν. Η αγορά αποφαίνεται. Ο παππάς βρήκε θησαυρό.

Οι θείοι του Θερμογιάννη που πλέον δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, σκέφτονται πως πρέπει να αποκτήσουν μερίδιο από αυτόν το θησαυρό. Είναι και αυτή η αδικία που νοιώθουν σε σχέση με τη προκοπή του ανιψιού!
Το σχέδιο καταστρώνεται. Επί βδομάδες καταγράφουν τις κινήσεις του παπα Δημήτρη και των αγοριών του. Τα παιδιά είναι συνήθως στη Θήβα και ο παππάς κάνει μόνος του τις δουλειές. Κάθε απόγευμα επιστρέφει από το χωράφι με τα ζώα. Τα ξεσελώνει και τα βάζει στο υποστατικό για νερό και τροφή. Η παπαδιά είναι κοντά στα παιδιά και ο παππάς είναι μόνος.
Παραβιάζουν τη ξύλινη πόρτα που ήταν δεμένη με σχοινί, κρύβονται στο άχυρο και περιμένουν τον παππά.
Βρε περίεργο πράμα! Ανοικτή την άφησα την πόρτα;” αναρωτιέται ο παππάς.
Δένει τα ζώα, τους βάζει σανό και φοράει το αντερί για να ανέβη στο σπίτι.
Εκείνη τη στιγμή ξεπετάγεται ο Βασίλης με τον Ασημάκη από τα άχυρα τυλιγμένοι στο πρόσωπο με τραγόδερμα για να μην τους αναγνωρίσει και τον καθηλώνουν στο σοφρά. Του δένουν τα χέρια και τα πόδια και ζητούν να τους πει που έχει κρυμμένα τα φλουριά.
Ο Βασίλης τον πιάνει από τα γένια. “ Θώε πρίφτ. Κου κε λιατουρ παράν; (Μίλα παππά που έχεις αφήσει τα λεφτά;)”.
Βρε Περεντία. Ποιοι είστε εσείς; Ποια λεφτά; Ποιος σας κοροϊδεύει; Δεν έχω τίποτα. Ότι μου δίνει ο κόσμος”.
Όσο ο παππάς δεν μαρτυρούσε, τόσο πιο πολύ έσφιγγαν το σχοινί γύρω από τον σοφρά και τόσο πιο δυνατά τραβούσαν τα γένια του.
Ο Ασημάκης ήταν πίσω του και του σφράγιζε με τα χέρια το στόμα για να μην ακούγονται οι φωνές του.
Πέρασαν δυο ώρες χωρίς να πάρουν λέξη από τον παππά. Τότε κοιτώντας γύρω βλέπουν στο τζάκι μια πυροστιά. Ανάβουν το τζάκι, γεμίζουν ένα τηγάνι λάδι και το βάζουν στη πυροστιά. “Νάνι ντο φλιες με το ζόρι (τώρα θα μιλήσεις με το ζόρι)” του είπε ο Βασίλης.
Βάζουν ξάπλα τον παππά στο σοφρά με το κεφάλι του να κρέμεται στο κενό και τον δένουν σφιχτά. Βρίσκουν ένα τσουβάλι γεμάτο μαλλί που είχε ξέσει η παπαδιά δίπλα στον αργαλιό και του μπουκώνουν το στόμα. Ο Ασημάκης με μια κίνηση στο στήθος του παππά του ξεσκίζει το αντερί με τα δυο του χέρια.
Ήδη το λάδι στο τηγάνι τσιρίζει και ο Βασίλης το παίρνει από τη φωτιά και πλησιάζει σαδιστικά τον παππά Δημήτρη.
Μαρτύρα πρίφτη να τελειώνουμε” του φωνάζει. Ο παππάς βγάζει άναρθρα μουγγιτά κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά.
Τότε ο Βασίλης αρχίζει να χίνει σιγά σιγά το καυτό λάδι στο στήθος του παππά, ο οποίος σφαδάζει από τους πόνους και τα εγκαύματα.
Η ώρα έχει περάσει ο παππάς δεν μιλάει και οι δύο Βυργιώτιδες αναγκάζονται να φύγουν άπραγοι, χωρίς να πάρουν κουβέντα.
Ο παππάς βρίσκεται το επόμενο πρωί σε μισολιπόθυμη κατάσταση από τη Μαλιώ που είχε έρθει να φέρει τη λειτουργιά της Κυριακής. Χτυπούν οι καμπάνες.
Τρέχουν οι χωρικοί, καθώς το νέο μεταδίδεται αστραπιαία και οι πρακτικοί επιστρατεύουν τις κεραλοιφές για να απαλύνουν τον πόνο του.
Ο παππάς έχει καταλάβει πως τα εγκαύματα είναι μεγάλα και πως δεν έχει ζωή. Ζητάει να ειδοποιήσουν τους δικούς του στη Θήβα και το πετραχήλι του.
Μόλις το φοράει τον ακούν να ψελίζει “οποίοι αν ώσιν, συγγενείς η ξένοι, ομού αφωρισμένοι υπάρχωσι, και κατηραμένοι, και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τυμπανιαίοι• αι πέτραι και ο σίδηρος λυθείησαν, αυτοί δε μηδαμώς• κληρονομήσειεν την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα, στένοντες είεν και τρέμοντες επί της γης ως ο Κάιν, η οργή του Θεού είη επ’ αυτούς, και άγγελος Κυρίου καταδιώξαι αυτούς εν δίστομω μαχαίραν. μηδείς συμφάγη αυτοίς ή συμπίη ή συναναστραφή ή χαιρετίση ή μετά θάνατον ταφής αξιώση, έχοντες και τας αράς πάντων των απ’ αιώνος αγίων και των οσίων τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων επί γενεές γενεών”.

Ο αφορισμός και το ανάθεμα του παπα Δημήτρη συγκλονίζει όσους το ακούν, χωρίς να μπορούν να το καταλάβουν. Για το μόνο που είναι σίγουροι καθώς ο παππάς ταυτόχρονα τινάζει τα γένια του είναι ότι πρόκειται για αφορισμό.

Το απόσπασμα που ήρθε από Θήβα δεν κατάφερε να εξιχνιάσει το έγκλημα, καθώς ο παππάς άντεξε μόλις δύο μέρες, η οικογένεια απουσίαζε και η γειτονιά δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό. Η κηδεία του ιερέα συνοδεύτηκε από κατάρες της οικογένειας προς τους εκτελεστές, αλλά και από τη παρουσία των Βυργιώτιδων για να μη δώσουν αφορμή για κατηγορίες. Άλλωστε δεν είχαν προηγούμενα με την οικογένεια του παπα Δημήτρη.

Ο νέος αλλά τετραπέρατος, όπως ο παππούς του, Θερμογιάννης άκουσε κάτι παράξενους θορύβους στο διπλανό σπίτι των θειων του και τινάχτηκε. Ήταν αυτός ο έρωτας για την Άννα που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε και πλησίασε το παντζούρι που έβλεπε στην εσωτερική αυλή. Είδε δυο φιγούρες να τρέχουν προς τη παλιά κατσόλα. Ο πρώτος από το περπάτημα ήταν σίγουρα ο Βασίλης. Ο δεύτερος όμως δεν ξεχώριζε.
Μπα! Αυτό είναι για γκρέμισμα. Τι ψάχνουν;” Μόλις χαράζει ο Θερμογιάννης κατευθύνεται στο χαμόσπιτο και κάτω από κάτι βρωμολινάτσες, πρόσφατα ανασηκωμένες, βρίσκει τα τραγοδέρματα. Περίεργο του φάνηκε, αλλά δεν είπε τίποτα.
Άφησε τα πράγματα όπως τα βρήκε και κατευθύνθηκε στον καφενέ. Το τραγικό τέλος του παππά μονοπωλούσε τις συζητήσεις. Ύποπτο ήταν όλο το χωριό. Ακόμη και ξένοι κατσικοκλέφτες. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν ονόματα στη τύχη ισχυριζόμενοι πως έβαζαν το χέρι τους και στο ευαγγέλιο για τους φονιάδες. Άλλοι επέρριπταν ευθύνες στον παππά. Έπρεπε να τους πει για να γλυτώσει.
Μόνο ο Θερμογιάννης καθόταν σκεφτικός. Από τη μία σκεφτόταν πόσο πολύ του είχε λείψει αυτές τις μέρες η μορφή της Άννας και από την άλλη προσπαθούσε να εξηγήσει γιατί οι θειοι του έκρυψαν τις μάσκες.
Μέρες αργότερα άκουσε στην αυλή τον Βασίλη και τον Ασημάκη να λογοφέρουν ψιθυριστά. Καταλάβαινε ότι κάτι συνέβαινε, αλλά δεν είχε κατασταλάξει.

Οι μέρες πέρασαν και ήρθε η ώρα να γίνει το μνημόσυνο του παπα Δημήτρη, στο οποίο έλαβε μέρος και ο τότε μητροπολίτης Θηβών Ιερώνυμος Βλαχάκης με καταγωγή από τον Κάλαμο Αττικής, φιλοξενούμενος στο σπίτι του Θερμογιάννη.
Όταν οι κάτοικοι του περιέγραψαν αυτούς τους αφορισμούς, εκείνος κατάλαβε τι είχε πει ο παπα Δημήτρης και θέλησε να το εξηγήσει στο εκκλησίασμα.
Ο Θερμογιάννης παρατήρησε ότι όση ώρα μίλαγε ο επίσκοπος, ο ιδρώτας έσταζε ποτάμι από το μέτωπο των Βυργιώτιδων.
Τότε κατάλαβε και ερμήνευσε το κρύψιμο στη κατσόλα. Όμως όταν άκουσε αυτό το ..”γενεές γενεών” κατατρόμαξε.

Από το επόμενο πρωινό ο Θερμογιάννης ήταν άλλος άνθρωπος. Ενώ μέχρι χθες γελούσε και αστειευόταν με τον καθένα, πλέον πίστευε πως δεν είναι αργά η ώρα που θα πλήρωνε και εκείνος την κατάρα του παππά για το έγκλημα των θειων του.
Χωρίς να σκεφτεί πολύ, φωνάζει τον ξάδερφό του τον Λεωνίδα να μιλήσουν. Ο Λεωνίδας ήταν γιος του Κολιού του δημάρχου και ο μόνος που εμπιστευόταν από το σόι, γιατί ήταν ντόμπρο παιδί.
Λιονίδα εγώ πρέπει να μετακομίσω στην Αθήνα. Μπορείς να αναλάβεις το υποστατικό εδώ και την τροφοδοσία του παλατιού; Εγώ θα τα παραλαμβάνω στη Αθήνα, αλλά είναι δύσκολο να έρχομαι τακτικά στο χωριό”.
Τα συμφώνησε με τον Λεωνίδα, άλλωστε του εξασφάλιζε ένα καλό μισθό. Μίλησε και με τον αρχιεπιστάτη του τον Κωτς Λαψάνη και έφυγε για την Αθήνα βυθισμένος στη σκέψεις του και σε αυτό το ”γενεές γενεών”.

Το σπίτι που είχε αποκτήσει στην Αθήνα του επέτρεπε να ζει άνετα. Είχε την ευχέρεια να συναναστρέφεται με τον καλό και εμπορικό κόσμο της πόλης.
Πολλοί από τους εμπόρους τον έβλεπαν ως ιδανική λύση για τις κόρες τους. Παρά τις παρέες όμως το βλέμμα του εξέπεμπε μοναξιά και θλίψη.
Αρκετές φορές όταν του απεύθυναν τον λόγο, ζητούσε να επαναλάβουν το ερώτημα γιατί οι σκέψεις του ήταν αλλού.

Πέντε χρόνια στην Αθήνα και ήταν σαν να ήρθε χθες. Ώσπου ένα Κυριακάτικο πρωινό όπου απολαμβάνει τον καφέ του στο Ζάππειο με τη συνήθη παρέα, παρακολουθεί αποσβολωμένος την ανάγνωση των κοινωνικών από θαμώνα της παρέας. …Ο κος Κριεζής μετά της συζύγου του Χριστίνης Κωστή αναγγέλλουν τους αρραβώνας της μοναχοκόρης τους Άννας μετά του εκλεκτού και φέρελπι αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού Δ.Τ…
Αρπάζει την εφημερίδα θέλοντας να διαπιστώσει ότι δεν τον κοροϊδεύουν. Διαβάζει την αγγελία, κομματιάζει την εφημερίδα και ταραγμένος αποχωρεί για το σπίτι του.

Με κορόιδεψε, συλλογίζεται. Ποιον; Εμένα που γυναίκα δεν μου έχει πει όχι.
Κλείνεται στο σπίτι του και στις σκέψεις του, ώσπου μια μέρα στη πόρτα εμφανίζεται ένας συγχωριανός του και του κάνει λόγο για την κομπίνα που έχουν στήσει σε βάρος του ο ξάδερφός του Λεωνίδας μαζί με τον Κωτς Λαψάνη. Δεν δίνει βάση στους λόγους του, γιατί ανά διαστήματα ο ξάδερφος του στέλνει χρήματα.
Όταν όμως λαμβάνει το γράμμα από το παλάτι ότι η συνεργασία διακόπτεται για λόγους αφερεγγυότητας, τότε καταλαβαίνει πως έχει εξαπατηθεί.
Μάταιες οι προσπάθειές του να προσεγγίσει το παλάτι. Στο χωριό πλέον από ικανός και δυνατός νέος έχει τη φήμη του μονόχνοτου τρελού και ανθρώπου με κουσούρια, αφού έχει μείνει ανύπαντρος.
Έχει πεισθεί πως το ανάθεμα του παπα Δημήτρη έχει ξεσπάσει πάνω του, αντί σε αυτούς που έκαναν το έγκλημα.
Προσπαθεί να βρει ψυχικά αποθέματα και εξομολογείται τους φόβους του σε έναν παπουλάκο των Αθηνών, ο οποίος τον συμβουλεύει να επιστρέψει στο χωριό του και να ξαναδεί τις σκέψεις του.

Οι ψυχικές όμως αρρώστιες δημιούργησαν και οργανικές που τον οδήγησαν για χρόνια σε νοσοκομεία και σανατόρια αφήνοντας τη τελευταία του πνοή στο πατρικό του το 1919, σε ηλικία 43 ετών.

Η ζωή του δόθηκε απλόχερα χάρη στον παππού του και τη δική του θέληση.
Απόλαυσε τον έρωτα, γνώρισε την πραγματική αγάπη, συναναστράφηκε με την “καλή” κοινωνία των Αθηνών και έφυγε μόνος τυραννισμένος από τις εμμονές του στον γενέθλιο τόπο του, τη Λιάτανη: “επί γενεές γενεών”

Ετάφη σε περίοπτη θέση του κοιμητηρίου στον Άγιο Νικόλα, ως άρχοντας ο Θερμογιάννης.


από τη σειρά: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License