Το κόκκινο ποδήλατο

Το κόκκινο ποδήλατο

1978. Ο κος Σιλιγνάκης έχει νοικιάσει κεντρικό χώρο που λειτουργούσε ως καφενείο στο χωριό και πουλάει έπιπλα.
Ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα αυτής της χρονιάς, ο Βαγγέλης με την παρέα του βλέπουν στη βιτρίνα του καταστήματος εμπρός από τα σαλόνια και τις τραπεζαρίες να στέκονται ποδήλατα, το ένα καλύτερο από το άλλο. Η παρέα πλησιάζει στη βιτρίνα και χαζεύει για ώρες τα πολυπόθητα δίκυκλα που κανείς δεν είχε μέχρι στιγμής. «Πόσο όμορφα είναι!» αναρωτήθηκε ο Βαγγέλης που βάδιζε στα δώδεκα. «Σίγουρα θα φτάνω τα πετάλια». Αλλά και οι φίλοι του χάζεψαν. «Εγώ θα πω του παππού μου να μου πάρει το κόκκινο το αγωνιστικό με τις δέκα ταχύτητες» φώναξε ο Δημητρός και οι υπόλοιποι τον κοίταξαν με δέος.
«Πόσο να κάνει άραγε» μονολόγησε ο Βαγγέλης και πριν προλάβει να τελειώσει εμφανίστηκε στην είσοδο ο κος Σιλιγνάκης. «Σας αρέσουν παιδιά;» «Πάρα πολύ» αποκρίθηκε ο Δημητρός. «Το κόκκινο πόσο κάνει;» «δύο χιλιάδες δραχμές» ήταν η απάντηση του καταστηματάρχη και έκανε τα κεφάλια όλων να χαμηλώσουν απογοητευμένα. Το όνειρο της απόκτησης φάνταζε μακρινό.
Σουρουπώνει σιγά σιγά και οι μικροί αρχίζουν να μαζεύονται σπίτια τους. Ο Βαγγέλης φθάνοντας σπίτι παίρνει χαρτί και μολύβι και αρχίζει τους υπολογισμούς. «Πρέπει να πω στον Γιάννη ότι δεν θα πούμε μαζί τα κάλαντα, γιατί θέλω όλα τα χρήματα. Πέρσι Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά μάζεψα 280 δραχμές και από το πόδι στους παππούδες 400. Έχω και στον κουμπαρά μου 200, σύνολο 880. Είναι μεγάλη η διαφορά μέχρι τις 2000 δραχμές. Θέλω άλλα 1120. Πρέπει να βρω χρήματα. Το κόκκινο ποδήλατο πρέπει να γίνει δικό μου»
Την άλλη μέρα το μεσημέρι, όπως και κάθε μεσημέρι η παρέα στέκεται στη βιτρίνα, ώσπου βλέπουν το Βασίλη από τη Πέμπτη να μπαίνει με τον πατέρα το στο μαγαζί και να τους βγάζει τη γλώσσα περιπαικτικά. Μετά από λίγο πηγαίνουν στα ποδήλατα και δοκιμάζει ποιο του ταιριάζει. «Αχ. Όχι το κόκκινο Παναγία μου!» σκέφτεται ο Βαγγέλης, την ώρα που τον βλέπει να ανεβαίνει σε αυτό. Ευτυχώς για καλή του τύχη δεν φθάνουν τα πόδια του στα πετάλια κι έτσι πήρε ένα μικρότερο. «Ουφ. Ευτυχώς. Το κόκκινο θα γίνει δικό μου ο κόσμος να χαλάσει».
Κάθε μεσημέρι ο Βαγγέλης φεύγει από το σχολείο, περνάει από τη βιτρίνα να διαπιστώσει ότι το ποδήλατο είναι ακόμη εκεί και μετά σπίτι.
Η μητέρα του απορεί που τον βλέπει συνέχεια σκεφτικό και τον ρωτάει: «Βαγγέλη συμβαίνει κάτι;» Ο Βαγγέλης όμως που γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του σπιτιού γνέφει αρνητικά.
Παραμονή Χριστουγέννων. Ο Βαγγέλης ξυπνάει αξημέρωτα, παίρνει το τριγωνάκι του και ξεχύνεται στις γειτονιές της Λιάτανης. «Να τα πούμε θεια Σοφιά;» « Αφού μόνος είσαι ρε μανάρα μου, πόσοι θα τα πείτε;» απαντούσε η Θεία που πάντα φίλευε τον μικρό με καλό χαρτζιλίκι.
Η Σοφιά είχε μείνει χήρα εδώ και αρκετά χρόνια και ζούσε με τη σύνταξη του άντρα της, γι’ αυτό και έδινε καλό χαρτζιλίκι. Συνήθως εικοσάρικο αν ήσουν τυχερός και ο πρώτος που της χτύπαγες τη πόρτα.
Άρπαξε το εικοσάρι ο Βαγγέλης, είπε και του χρόνου και έτρεξε για το επόμενο σπίτι του μπαρμπα Πανάγου. Χτύπησε την πόρτα. Φώναξε. Ξαναφώναξε. «Θείο να τα πω;» Και να! Εμφανίζεται στη πόρτα ο Πανάγος. «Τι να πεις ρε μπρεκτζαρα; Τα ξέρεις;» «Ε για να είμαι εδώ τα ξέρω» απάντησε ο Βαγγελάκης. «Θα σου δώσω δύο δραχμές, αλλά θα μου τα πεις όλα» του λέει ο μπάρμπας. «Ω ρε τον τσιγκούναρο, θα καταξοδευτεί» σκέφτηκε ο μικρός, αλλά τι να κάνει! Το κόκκινο ποδήλατο για πόσο θα τον περίμενε ακόμη;
Ξεκινάει τα κάλαντα και όταν τελείωσε γυρίζει ο μπάρμπας και του δίνει πενήντα λεπτά. «Την άλλη φορά να μου τα πεις όλα» του λέει και του κλείνει με δύναμη την πόρτα στα μούτρα. Του στοίχησε πολύ αυτός ο κρότος της πόρτας του μικρού. Σειρά όμως είχαν και τα άλλα σπίτια. Κάθε τόσο έβαζε στη τσέπη του το χέρι και υπολόγιζε. Δεν τα μέτραγε, γιατί ήθελε να κάνει λογαριασμό στο σπίτι. Αργά το απόγευμα μαζεύτηκε. Ούτε καν ρώτησε για φαγητό. Βάζει τα χέρια του στις τσέπες και αφήνει πάνω στο τραπέζι τα κέρματα που μάζεψε. Πρώτα τα ξεχωρίζει σε εικοσάρικα, δεκάρικα, τάληρα, δίφραγκα, δραχμές και πενηντάλεπτα και αρχίζει η καταμέτρηση. «167 δραχμές. Δεν είναι και λίγα!» Το ίδιο επαναλαμβάνεται και την παραμονή της πρωτοχρονιάς, αλλά πάλι υπολείπεται μεγάλο ποσό για την αγορά του ποδηλάτου.
Μόνη του ελπίδα πλέον το ποδαρικό στους παππούδες και τους συγγενείς. Η μάνα έχει ετοιμάσει από βραδύς ένα κλαδί ελιάς και μία πιατέλα με τα γλυκά που έχει φτιάξει. Μπακλαβάς, μελομακάρονα, ντρινταστέδες, ένα κομμάτι βασίλα, ξηροί καρποί, ξερά φρούτα και όλα αυτά τυλιγμένα με μία καρό πετσέτα. Η εντολή της μάνας ρητή: «Βαγγέλη θα πας πρώτα στον παππού και τη γιαγιά. Θα σε κεράσουν. Θα πεις ευχαριστώ και θα τους φιλήσεις το χέρι. Θα βγάλουν τα γλυκά μας και θα γεμίσουν τη πιατέλα με τα δικά τους. Μην διανοηθείς και πας αλλού. Πρέπει να έρθεις ξανά στο σπίτι για να γεμίσω τη πιατέλα με δικά μας πράγματα και μετά να ξαναπάς. Κατάλαβες;» «Ναι μάνα το κατάλαβα»
Το πρωί ξεκίνησε ο Βαγγελάκης να πάει στον παππού και όλα έγιναν όπως τα είπε η μάνα. Φεύγοντας όμως με τα γλυκά της γιαγιάς σκέφτηκε: «Λες να πάνε άλλοι πρώτοι στη θεια Σωτήρα και να πάρουν το πρώτο κέρασμα που είναι και το πιο μεγάλο;» Δεύτερη σκέψη δεν υπάρχει στροφή στον δρόμο και κατευθείαν για το σπίτι της θειας με τα γλυκά της γιαγιάς. «Χρόνια Πολλά , καλή χρονιά» « Καλώς τον Βαγγελάκη. Καλή Χρονιά. Πέρασε μέσα να σε φιλέψουμε». Παίρνει η θεια την πιατέλα από το τραπέζι για να την αδειάσει και να βάλει τα δικά της.
«Πως και πως περιμέναμε να δοκιμάσουμε τη βασίλα της μαμάς σου Βαγγέλη. Είναι η μόνη που τη φτιάχνει σαν τσουρέκι» λέει η κόρη της Τασία.
Να ανοίξει η γη να καταπιεί τον μικρό που πλέον στα γλυκά δεν υπάρχει η βασιλόπιτα της μάνας, αλλά κομάτι από το ψωμί της πρωτοχρονιάς του παππού.
«Ξέρετε φέτος η μαμά δεν έφτιαξε τσουρέκι» δικαιολογήθηκε για να του απαντήσει η θεια που κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. «Ε δεν πειράζει. Θα γεμίσω την πιατέλα με τα δικά μας γλυκά, αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα πας σπίτι» Έγνεψε θετικά ο μικρός. Πήρε το πενηντάρι που τον κέρασε ο μπαρμπα Χρήστος χαιρέτησε και εξαφανίστηκε.
Αντί όμως για να τραβήξει σπίτι στρέφει και πάει στο σπίτι της θεια Ντίνας. Στο δρόμο όμως του Ρέδι που ήταν όλο λάσπες, στραβοπατάει και πέφτει κάτω. Στην προσπάθειά του να σώσει την πιατέλα, τα γλυκά γλιστρούν και πέφτουν στο χώμα. «Ωχ! Τι κάνω τώρα; Πώς να πάω στη θεια έτσι;» Κοιτάει γύρω του, δεν βλέπει κανέναν. Μαζεύει ότι μπόρεσε να σώσει. Τα ξανατοποθετεί στη πιατέλα κάπως αραιά. Τυλίγει την πετσέτα και τραβάει για την Κριελάκα. Μόλις τον αντίκρυσε λασπωμένο ο μπάρμπα Κώτσος κατάλαβε, αλλά δεν είπε τίποτα. Βγήκε και η θεια, τον καλοδέχτηκε, πήρε το κέρασμα, άλλο ένα πενηντάρι και επιστρέφει σπίτι από τον κεντρικό δρόμο για να θαυμάσει το κόκκινο ποδήλατο.
Στέκεται στη βιτρίνα εννέα και μισή το πρωί με τσουχτερό κρύο και δεν πιστεύει στα μάτια του. Το όνειρό του πλέον χάθηκε. Το κόκκινο ποδήλατο δεν είναι στη θέση του. «Κάποιος το αγόρασε και θα κυκλοφορεί στο χωριό κάνοντας επίδειξη. Να το πήρε ο Δημητρός ή κανένας πιο μικρός από μένα; Τζάμπα όλα. Τα κάλαντα, το ποδαρικό, τα γλυκά, το πρωινό ξύπνημα, τα λερωμένα καινούρια ρούχα».
Γυρίζει σπίτι με μεγάλη απογοήτευση και ακούει τη μάνα του: «Γιατί άργησες τόσο Βαγγέλη μου;» Παρατάει τη πιατέλα στο τραπέζι και τρέχει στο ντιβάνι του με κλάματα.
Τον πλησιάζει ο πατέρας του και του λέει περιπαικτικά: «Βαγγέλη ο Άγιος Βασίλης τι δώρο σου έφερε;» «Άσε μας ρε πατέρα. Αφού δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Με κοροϊδεύεις;» «Παιδί μου δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά στην πίσω αυλή, στη ροδιά από κάτω , υπάρχει κάτι από κάτω που γράφει για τον Βαγγέλη».
Σαστίζει ο μικρός! Τρίβει με τα χέρια του τα δάκρυα και τραβάει για την πίσω αυλή, όπου βλέπει ένα ογκώδες αντικείμενο τυλιγμένο με άσπρο χαρτί και πάνω του ένα μικρότερο χαρτάκι που γράφει: «Βαγγέλη τα θαύματα γίνονται σε όσους πιστεύουν». Σκίζει μονομιάς το χαρτί και προβάλει μπροστά του το κόκκινο αγωνιστικό ποδήλατο που τόσο λαχταρούσε.
Δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του. Κοιτάει μια τον πατέρα του, μια το ποδήλατο και η ικανοποίησή του είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Αγκαλιάζει τον πατέρα του σφιχτά λέει ευχαριστώ. Παίρνει το ποδήλατο και ξεχύνεται στη αγορά.
Τέτοια ευτυχία σε παιδικό πρόσωπο δεν πρέπει να αντίκρισαν γονείς. «Να προσέχεις» φωνάζει η μάνα του από την πόρτα που έχει αρχίσει και ετοιμάζει εκ νέου πιατέλες για τις θειες, αφού έχει καταλάβει τι έχει συμβεί.
«Μακάρι κι εμάς οι γονείς μας να μας έκαναν τέτοια δώρα, αλλά που να τα βρουν τα άτιμα; Καλή χρονιά κυρά. Υγεία και ευτυχία στο σπιτικό μας το νέο έτος».


από τη συλλογή: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα
Γιώργος Ηλ. Ζωίτσης

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License