Απογεύματα Καλοκαιριού

Στη δεκαετία του 60, οι περγουλιές (κληματαριές) στηριγμένες στην είσοδο του σπιτιού, προσφέρουν τον πλούσιο ίσκιο τους στις γυναικείες μαζώξεις τα ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα.
Σε αυτόν τον ίσκιο που ένας Θεός ξέρει τι έχει ακούσει, ξεκουράζονται ένα απόγευμα η Κούλια και η Φώτω. Δυο γιαγιάδες αδερφές μαζί με τις τέσσερις εγγονές τους.
Οι γιαγιάδες πλέκουν με τα γυαλιά τους μόλις να στηρίζονται στην άκρη της μύτης τους και οι εγγόνες τους στα θρόνια (χαμηλά ξύλινα καθίσματα) κεντούν, απολαμβάνουν την παρέα και γελούν με τις κουβέντες των γιαγιάδων τους, χωρίς αυτές να μπορούν να κατανοήσουν τον λόγο.
Είναι η εποχή που στη Λιάτανη έχουν κάνει την εμφάνισή τους τα τυποποιημένα παγωτά στα μπακάλικα και η γιαγιά Φώτω, λιχούδα καθώς ήταν, λέει στη παρέα:
- Μόι βάιζε είναι καλά αυτά τα παγωτά του μπακάλη;
- Γιατί γιαγιά; Ρωτάει η μικρή. Θέλεις παγωτό;
Τα κορίτσια ρίχνουν κλεφτές ματιές μεταξύ τους και με ένα νεύμα συμφωνούν όλες.
- Δημητρούλα ντο βες νε μπακάλη τε μάρες παγωτό; (Θα πας να πάρεις παγωτά;) ρωτάει η Φώτω τη μικρότερη.
Άλλο που δεν ήθελε η μικρή. Παίρνει τα χρήματα που της δίνουν οι γιαγιάδες και τρέχει για το μπακάλικο. Στο ψυγείο δεν βρήκε τα γνωστά ξυλάκια, αλλά χωνάκια, περίπου όπως οι σημερινοί «πύραυλοι».
Απόλαυσαν όλες τη δροσιά του παγωτού και όταν τελείωσαν η Κούλια πετάει το χωνάκι, αφού έφαγε την κρέμα του παγωτού.
- Μόι Κούλια τσι μπεν ατιέ; Ψε βερβίε χωνάκι; (Τι κάνεις εκεί; Γιατί το πετάς;)
- Ε χα παγωτόι Τσι τ’ μπ(ε)ν; (Το έφαγα το παγωτό. Τι να το κάνω;)
Οι μικρές μόλις συνειδητοποιούν το γεγονός αρχίζουν να γελάνε τόσο δυνατά, που ακούστηκαν στη γειτονιά.
- Τε χας (Να το φας). Της λέει η Φώτω.
- Μόι τσι θωε; Ντρου ο τε χα; (Τι λες καλέ; Το ξύλο θα φάω;)
- Ου, ου! Ποιό ξύλο μώη κουτόα; Μπισκότ ιστ. (μπισκότο είναι)
- Αλήθεια Φώτω; Ε ρε Περεντία! (Ε ρε Θεέ! Και τόσο καιρό το πέταγα.)
Προσβεβλημένη η Κούλια και με γουρλωμένα μάτια στρέφει το βλέμμα της προς τις μικρές που εξακολουθούν να γελάνε.
- Καλά μόι γαϊδάρες. Εσείς το ξέρατε και τόσο καιρό δεν μου το λέγατε;
Οι μικρές την αγκάλιασαν όλες μαζί και η θεια ξέχασε τον πόνο της, παρότι η μικρή και πιο σκανταλιάρα στεκόταν πίσω της και της έλυνε την ποδιά.

Από τότε η γιαγιά Κούλια έπαιρνε συνέχεια χωνάκια παγωτό για να τρώει και το μπισκότο και σκεφτόταν τα λεφτά που πήγαν χαμένα με πέταγμα του … ξύλου.


[((bibcite καταγραφή: Σωτηρία Γ. Σύρμα))]

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License