στο πανηγύρι του Θωμά

Στο πανηγύρι του Θωμά

Από τη συλλογή Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα.

4 Μαΐου πέφτει το Πάσχα φέτος και ο καιρός ήδη είναι ζεστός, αναλογίστηκε ο Μήτσος ο ταβερνιάρης και ξεκίνησε να ετοιμάσει το προαύλιο. Ασβεστώματα, τραπεζοκαθίσματα, πάγος, σφαχτά, μπύρες. Όλα γραμμένα σε ένα χασαπόχαρτο στη σειρά για να μην ξεχαστούν.
Το φετινό πανηγύρι του Θωμά με σύμμαχο τον καιρό είχε όλα τα εχέγγυα να είναι πετυχημένο και κερδοφόρο για τους καταστηματάρχες.
Το 1975 δεν είχε τη περσινή στεναχώρια με τα γεγονότα της Κύπρου. Είχε επιπλέον αποκατασταθεί το δημοκρατικό αίσθημα ή έτσι θεωρούσαν μερικοί. Στα χωριά βέβαια ποτέ δεν περιορίστηκαν τα γλέντια.

Ο Μήτσος ξανακοιτάζει το χαρτί μήπως ξέχασε να σημειώσει κάτι και βλέπει δίπλα στη λέξη κομπανία ένα ερωτηματικό.
Σηκώνεται και πάει στο σπίτι του Γιώτη του κλαριντζή.
«Καλησπέρα Γιώτη. Δε πιστεύω να με έχεις ξεχάσει φέτος;»
«Μήτσο φέτος έχω δώσει το λόγο μου στον κουμπάρο. Σε πρόλαβε»
«Τι; Θα βάλει και αυτός όργανα; Αυτός δεν μπορεί να ξεχωρίσει το πρόβατο από το κατσίκι»
«Έδωσα τον λόγο μου και δεν τον παίρνω πίσω» είπε ο Γιώτης.
«Ευτυχώς έχω τον Κόρο, αλλά πρέπει να βρω κλαρίνο τώρα. Είχα μείνει ήσυχος πανάθεμά σε»
«Λυπάμαι που στο λέω αλλά ο Κόρος έχει κλείσει μαζί μου»
«Ρε είσαστε στα καλά σας; Βαλθήκατε να με καταστρέψετε φέτος;»
«Δεν είναι έτσι και το ξέρεις ότι σε αγαπάμε»
«Μαρτε εμορτια αγάπη» λέει ο Μήτσος και φεύγει θυμωμένος
«Θα σας φτιάξω εγώ» συλλογίζεται στον δρόμο. Πηγαίνει σπίτι και παίρνει τηλέφωνο τον Σκαφίδα.
«Κώστα ο Μήτσος είμαι από τη Λιάτανη. Σε θέλω στο πανηγύρι και εσύ κανονίζεις την κομπανία όλη. Μόνο που θέλω να είναι γερή και να κάνει μπαμ.»
Για καλή του τύχη ο Σκαφίδας δεν είχε κλείσει πουθενά και συμφώνησε. Μάλιστα στην κομπανία θα είχε και τη δικιά μας τη Μαριάνα.
Επιτέλους πάει και αυτό αναλογίστηκε και κάθισε να πιει τον απογευματινό καφέ του κάτω από τη μουριά μαζί με την κυρά του. Στην δεύτερη γουλιά βλέπει κάποιους νεαρούς να τοιχοκολλούν αυτά τα ξεθωριασμένα κόκκινα χαρτιά που διαφήμιζαν τις κομπανίες.
«Μπα!» σκέφτεται. «Πότε πρόλαβαν;» Στέλνει τον γιο του να κοιτάξει τι γράφουν τα χαρτιά και τον ακούει να φωνάζει.
«Μπαμπά χαμός θα γίνει φέτος. Μιλάμε για τεφαρίκια»
«Για φέρε να δω ρε…» του λέει.
Μόλις πιάνει τα χαρτιά στο χέρι ο Μήτσος αλλάζει δέκα χρώματα.
Τέσσερις κομπανίες στο χωριό, η μία καλύτερη από την άλλη. Τασία Βέρα, Σοφία Κολλητήρη, Βάσω Χατζή, Βάσω Χαρακίδα, Ζέτα Οικονόμου, Βαγγέλης Γκάτσης, Φώντας Σπουργίτης, Γιώργος Κόρος, Κοκοντίνης. Χάρος.
Ξαναπαίρνει τηλέφωνο ο Μήτσος τον Σκαφίδα. «Κώστα μανάρα μου μη με πουλήσεις. Εδώ γίνεται χαμός. Να βρεις καλό κλαρίνο»
«Μην στεναχωριέσαι κυρ Μήτσο, τον Σαλέα έχω κλείσει Θα σου στείλουμε και τα χαρτιά αύριο πρωί».
Ηρέμησε ο Μήτσος και πλέον ήταν σίγουρος ότι όλα θα κυλούσαν ομαλά.

Ξημέρωσε η παραμονή του πανηγυριού και στην αγορά γίνεται ένας χαμός. Τραπεζοκαθίσματα κατεβαίνουν από φορτηγά. Καλουπατζήδες στήνουν εξέδρες για τις κομπανίες. Στα γειτονικά οικόπεδα προστίθενται ψησταριές για τα σουβλιστά αρνιά. Ένα μελίσσι που δεν ησυχάζει καθόλου.
Γύρω στις 4 το απόγευμα έχουν αρχίσει οι πρώτες βόλτες. Τα μικρά στοιβάζονται και χαζεύουν τις παράγκες με τα παιχνίδια, ελπίζοντας ότι όλο και κάποιος θα φιλοτιμηθεί να τους πάρει ένα δώρο. Οι μεγαλύτεροι έχουν το δικό τους κώδικα.

Δεν γνωρίζω τον λόγο αλλά πολλές οικογένειες επέλεγαν τη πανήγυρη του Θωμά να λογοδώσουν τα παιδιά τους. Έτσι δεν έλειπαν ποτέ τα θέματα συζήτησης. Οι νεοαρραβωνιασμένοι αγκαζέ και σφιχτά μάλιστα αν ήταν κελεπούρι ο γαμπρός ή η νύφη μη τυχόν και ξεφύγει. Οι παντρεμένοι, εξασφαλισμένοι και «σίγουροι» πλέον σε μικρή απόσταση. Ήταν τόσος ο κόσμος στην αγορά που σχεδόν χτυπούσε ο ένας πάνω στον άλλο.
Τελετουργικό υπήρχε και για τις ανύπαντρες που ήταν σε ηλικία γάμου. Πατέρας, μάνα και στη μέση η κόρη. Αν δε πέρναγε και καμία νεολογοδοσμένη, αφού σταμάταγαν να τη συγχαρούν, μόλις ξεμάκραιναν άκουγες τη μάνα να λέει στη κόρη: « Αυτή η στραβοκάνα πως το τύλιξε τέτοιο παλληκάρι και συ δεν μπορείς να βρεις τίποτα με τόση προίκα;».

Αντίστοιχα οι αντροπαρέες περίμεναν ένα σήκωμα κεφαλής από μια κοπέλα που αποτελούσε δείγμα επιθυμίας.
Με αυτούς τους περιπάτους περνούσε η απογευματινή ώρα της παραμονής του πανηγυριού. Σχεδόν νύχτωνε όταν άκουγες από τα μεγάφωνα πλέον των κομπανιών τα δοκιμαστικά: «ένα, δύο… ένα», μια δοξαριά, ένα τέλι.

Νύχτωσε και ήταν βέβαιο πλέον πως όχι μόνο τέσσερις αλλά και παραπάνω κομπανίες να υπήρχαν στο χωριό , αυτός ο κόσμος δεν θα χωρούσε.
Νεοαρραβωνιασμένη η ξαδέρφη μου και ο θειος μου αφού οι συμπέθεροι δεν ήταν από τον τόπο μας, επέλεξε το μαγαζί με τη Κολλητήρη και τη Χατζή.
Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτόν τον γαμπρό δεν τον συμπάθησα ποτέ. Μαλί κολλημένο από το μπριγιολ και ένα χρυσό δαχτυλίδι μεγαλύτερο από της ξαδέρφης μου.
Μπροστά ο θείος μου, ο πατέρας μου και ο συμπέθερος. Φθάνουν στο μαγαζί: «Γιάννη τραπέζι για 20 άτομα και μπροστά»
Ακούω τη θεια μου από πίσω να λέει στη μάνα: «Μώη Ρήνη πες τίποτα στο Μήτσο. Να τον προσέχει. Έχει όλα τα λεφτά από τη πατάτα μαζί του. Φοβάμαι μην κάνει καμιά κουτουράδα για να δειχτεί στον συμπέθερο».
«Και να το πω εγώ τι λες; Θα με ακούσει ο δικός μου; Αδέρφια δεν είναι;»
Το χαμόγελο του θειου είχε φθάσει στο πάτωμα και κοίταζε τάχατες γύρω γύρω σαν να ψάχνει κάποιον. Στην ουσία κοίταζε να δει αντιδράσεις από τα γύρω τραπέζια. Η θεια μου τον τράβαγε από το σακάκι. «Ρι περδεν ρε ντιαλθ» (κάτσε κάτω ρε διάολε).
Δίνεται η παραγγελία και έρχονται τα χασαπόχαρτα με άπειρο κρέας πάνω και μπύρες Φιξ. «Να μας ζήσουν τα παιδιά» ήταν η ευχή που επικρατούσε. Και δώστου κεράσματα ο θείος. «Στείλε πέντε μπύρες σε αυτό το τραπέζι. Δέκα στο άλλο».

Κάποιοι επέλεγαν να πιουν μόνο και ερχόταν η σειρά των φιστικάδων να δουλέψουν. Πωλούσαν φιστίκια σε χάρτινα σακουλάκια. Μια τέτοια παρουσία στιγμάτισε τη παιδική μου ηλικία και αυτό γιατί το μυαλό μου θεωρούσε πως ερχόταν να πάρει τον πατέρα μου. Μια καλτ παρουσία θα λέγαμε σήμερα, η φιστικού. Αφρατούλα με βαθύ ντεκολτέ, πάρα πολύ βαμμένη και με κόκκινο κραγιόν τόσο έντονο που ξεχώριζε και στο σκοτάδι. Αγόραζες φιστίκια και κέρδιζες ένα κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλο. Αυτός ήταν και ο λόγος που με έκανε να τη μισήσω. Αγκάλιαζε τον πατέρα μου και τον φιλούσε στο μάγουλο. Η μάνα μου δίπλα προσπαθούσε να φανεί ατάραχη και τσιμπιόταν με τη θεια που καθόταν δίπλα της. Ο γαμπρός απέναντι να χασκογελάει με το ένα του χέρι χωμένο βαθειά μες το ρουθούνι του και εγώ να μπαίνω κάτω από το τραπέζι για να φθάσω γρήγορα στον πατέρα μου και να απομακρύνω τη βδέλλα από πάνω του που τον διεκδικούσε. Ο λόγος της δε «θα στο πάρω τον πατέρα σου» με εξαγρίωνε ακόμη περισσότερο.

Μέσα σε αυτό το κλίμα ούτε που κατάλαβα πότε σηκώθηκε η παρέα για χορό. Στο τραγούδι η Κολλητήρη «Το γιασεμί στην πόρτα σου κόρη που `χει φυτρώσει να το ποτίζεις τακτικά να μη σου μαραζώσει» Μου είχε κάνει τόσο εντύπωση η φωνή της και πολύ αργότερα εκτίμησα γιατί την αποκαλούν το αηδόνι της Ρούμελης.
Πρώτη στο χορό η ξαδέρφη και ο μπάρμπας μου βάζει το χέρι στη τσέπη και πετάει «χαρτούρα» στην ορχήστρα. Ο γαμπρός δείχνει αδιάφορος, αλλά μετά από υπόδειξη του πατέρα του πετάει ένα κατοστάρικο στη τραγουδίστρια. Ο θειος κέρασε την ορχήστρα για όλους όσους χόρεψαν. Πόσο έκλαψε τις επόμενες μέρες το ξέρουν οι δοσάδες που περίμεναν τα χρήματα από τη προίκα της ξαδέρφης.
Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο μαγαζάτορας στη πίστα και ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του θείου που τον κάνει Τούρκο. Προφανώς του είπε ότι έχουν και άλλοι σειρά για χορό. Ο θείος αρνήθηκε να κατέβει και πείσμωσε δίνοντας συνεχώς παραγγελιές. Τη συνέχεια όσοι είστε από το χωριό μπορείτε να την φανταστείτε. Σηκώνονται οι επόμενοι, κατευθύνονται στη πίστα και η παρεξήγηση δεν αργεί. Καρέκλες εκσφενδονίζονται στα κεφάλια, μπουκάλια μπύρας σπάζονται και τα αίματα τρέχουν ποτάμι.

Κάπως έτσι ξημέρωσε η Κυριακή του Θωμά και όσοι είχαν αντοχές κατηφόρισαν για το ξωκλήσι, όπου ο παπα Σωτήρης μαζί με τον παπα Γιάννη από το Κλειδί είχαν ξεκινήσει τη λειτουργιά.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License