Το Πρωτοχρονιάτικο Ποδαρικό και τα Προξενιά

Το Πρωτοχρονιάτικο Ποδαρικό και τα Προξενιά

1971. Η οικογένεια του Στυλιανού έχει τρεις κόρες και έναν γιο. Αν και εύποροι έχουν ξεπεράσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους, αλλά γαμπρός και νύφη δεν έχει μπει ακόμη σπίτι.
Η μάνα έχει αρχίσει να ανησυχεί και φυσικά αναζητά την αιτία στις τοπικές χαρτορίχτρες και «μάγισσες».
Ψάχνει το ξόρκι που θα ανατρέψει το κακό του σπιτιού. Ότι δοκιμάζει δεν αποδίδει. Περνάει ποτάμια βράδια αμίλητη. Σφάζει κοκόρια και κρεμάει τα πόδια στο σπίτι του υποτιθέμενου εχθρού. Βυθίζει χάλκινα κέρματα στον κήπο του γρουσούζη γείτονα. Φτιάχνει γλυκά και τα εμποτίζει με τα θαυματουργά υγρά που της παρέχουν έναντι αδράς αμοιβής οι επιτήδειοι γυρολόγοι. Τίποτα όμως δεν αποδίδει.
Ώσπου η έμπειρη χαρτορίχτρα και προορατική Τσία μετά από μια κοπιαστική βδομάδα ενασχόλησης με το θέμα: Διάβασμα των κάρβουνων, των κουκιών και της πατάτας αποφαίνεται:
«Λιανέσα σε δέκα μέρες έχουμε πρωτοχρονιά. Δε θα αφήσεις κανέναν να μπει στο σπίτι μέχρι να έρθει ένα μικρό αγόρι να κάνει πόδι. Θα του δώσεις και ένα πενηντάρι για να πιάσει»
«Σε μας δεν έρχεται κανείς» αποκρίθηκε η Λιανέσα. «φέτος θα έρθει» της απάντησε η Τσία.
Αν και απογοητευμένη η μάνα, αφού είχε κάνει τα πάντα, αποφάσισε να περιμένει και αυτό.
Η Δήμητρα έχει τρία χρόνια παντρεμένη με τον Βαγγέλη και έχουν αποκτήσει έναν μικρό, τον Γιώργη που είναι μόλις δύο χρονών. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας όχι και τόσο καλή. Σε αυτό ποντάρει και η Τσία που επισκέπτεται την οικογένεια για πρώτη φορά. Βέβαια όταν αναλαμβάνεις τέτοιες δουλειές πρέπει να είσαι επαγγελματίας και η διπλωματία της Τσίας ξεπερνάει τα όρια του χωριού.
«Δήμητρα με παρακάλεσε η Λιανέσα του Στυλιανού να στείλεις το Γιωργή σου τη Πρωτοχρονιά για πόδι νωρίς νωρίς και θα σε ανταμείψει»
«Μωρό είναι ακόμα θεια που να το ξυπνάω χαράματα; Ούτε γλυκά δεν έχω» «Μως σκα φαρε. Ντο τε γιαπ ου (Μη σκας για αυτά θα σου δώσω εγώ) και θα σου δώσω και ένα κατοστάρικο»
Δεν ήταν και λίγα τα χρήματα για ένα ποδαρικό και έτσι συμφώνησε.
Στο μεταξύ παραμονή του νέου έτους στο σπίτι του Στυλιανού η Λιανέσσα αποφασίζει να μιλήσει στον άντρα της για την αυριανή μέρα.
«Α μώη κουτόε! Σε ξεγέλασε η Τσία και σου πήρε τα λεφτά. Τι τις πιστεύεις αυτές τις καρακάξες;»
«Μα δε μου πήρε λεφτά. Μου είπε πως αν δεν γίνει τίποτα να μην τη πληρώσω»
Οι ώρες περνούν γίνεται η αλλαγή του χρόνου και αφού η ώρα έχει φθάσει 4 το πρωί, η Δήμητρα όπως έχει συμφωνήσει με τη Τσία, ξυπνάει με γκρίνια το μικρό, παίρνει το πιάτο με τον μπακλαβά, τα πορτοκάλια και τα καρύδια που της έχει φέρει η Τσία από την παραμονή και πάει στο σπίτι του Στυλιανού. Αφήνει το μικρό στην εσωτερική είσοδο, χτυπάει τη ξύλινη πόρτα και βγαίνει έξω από την αυλή. Ανοίγει την πόρτα ο Στυλιανός και μένει άφωνος:
«Άλλο πάλι και τούτο! Καλώς τον» Από πίσω τρέχει η Λιανέσσα που δεν πιστεύει στα μάτια της μόλις βλέπει τον μικρό. Παρατηρεί πιο πέρα και βλέπει τη Δήμητρα να στέκεται με αγωνία έξω από την αυλή.
«Χρόνια Πολλά, Μιρ Βιτετ(καλή χρονιά). Σε ευχαριστούμε που μας θυμήθηκες. Ας τον λίγο και θα στον φέρω εγώ πίσω» της λέει. Παίρνει τον μικρό αγκαλιά, αφήνει το πιάτο στο τραπέζι και τον πάει στο κρεβάτι της μεγάλης, της Φωτεινής, η οποία ξυπνάει με νεύρα, αλλά όταν βλέπει τον μικρό τα χάνει.
Αναθάρρησε η Λιανέσσα και την άλλη μέρα πάει στη Τσία να της ομολογήσει ότι όλα έγιναν όπως τα είπε. «Τι θα κάνουμε από δω και πέρα;» «Α! Εγώ κουράστηκα πολύ και προκοπή δεν είδα» «Τσία θα σε ανταμείψω. Ξέρεις την κατάστασή μου.» «Εγώ θέλω πεντακόσιες δραχμές για να συνεχίσω»
Ταμπλάς της ήρθε της γυναίκας! Πώς να το πει στον Στυλιανό. Γυρνάει σπίτι και ενώ βλέπει τον άντρα της στο τραπέζι εκείνη κάνει πως συγυρίζει το σπίτι. «Κυρά, λες αυτή η κουτοπάτα η Τσία να έχει δίκιο;»
«Πως σου ήρθε αυτό τώρα;» του απαντά εκείνη.
«Δε θα το πιστέψεις, αλλά σήμερα με βρήκε στο δρόμο ο ΓιάννΠαύλος και μου έφερε προξενιά για τη Φωτεινή μας»
«Παναγία μου! Λαμπάδα θα σου φέρω» αναφώνησε η Λιανέσα και σταυροκοπήθηκε.
Δεν πρόλαβε να περάσει η βδομάδα του νέου έτους και η Φώτω λογοδόθηκε των Φώτων με έναν καλό και ευκατάστατο κύριο από τον Ωρωπό.
Η Τσία πληρώθηκε για τις υπηρεσίες της, αλλά τώρα που βρήκαν το ξόρκι του κακού την παραγκώνισαν. Η Λιανέσσα απαίτησε το 1972 ο Γιώργης του Βαγγέλη να είναι και πάλι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι.
Είχε και την περιέργεια να δει αν όντως το ποδαρικό του μικρού ήταν η αιτία. Και πράγματι το 1972 πριν φύγει ο Ιανουάριος αρραβωνιάζεται η Βίτα. Ο Στυλιανός χρυσώνει τον μικρό με ένα πεντακοσάρικο και λέει στον πατέρα του: «Βαγγέλη μη με ξεχάσεις και του χρόνου! Θέλω να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι» Το 1973 αρραβωνιάζει τη Λενιώ ανήμερα του Αγίου Αντωνίου, ενώ το 1974, αρραβωνιάζεται και ο Στέφανος.
Στυλιανός και Λιανέσα δεν πιστεύουν στα μάτια τους με αυτό που συνέβηκε στο σπιτικό τους, αλλά αρχίζουν να πιστεύουν στη δύναμη μερικών ανθρώπων. Μάλιστα όταν τα χρόνια πέρασαν και ο μικρός αρνήθηκε μια χρονιά να κάνει ποδαρικό, επειδή θεωρούσε ότι μεγάλωσε, πέθανε ο Στυλιανός από καρδιά και φυσικά αυτό αποδόθηκε από τη Λιανέσα στην άρνηση του μικρού. Έψεξε μάλιστα τη μάνα του για το κακό που τους βρήκε.
Τα χρόνια πέρασαν, έφυγε και η Λιανέσα από τη ζωή, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τις τρεις κόρες και τον γιο, όποτε επισκέπτονταν στο χωριό να έρχονται γεμάτοι δώρα στην οικογένεια του μικρού Γιωργή που τόσο τύχη τους έφερε.


από τη συλλογή: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα
Γιώργος Ηλ. Ζωίτσης

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License