Ο λόφος του Προφήτη στα ανατολικά του χωριού.

Λαογραφικό αφήγημα σύμφωνα με την προφορική παράδοση της Λιάτανης για το χτίσιμο του ξωκλησιού του Προφήτη Ηλία.

Ο ήλιος έγερνε πίσω από τους λόφους της Παρασωπίας, βυθίζοντας τον Άγιο Θωμά σ’ ένα χρυσοκόκκινο φως. Η καμπάνα της Παναγιάς είχε σημάνει για εσπερινό, κι ο καπνός απ’ τις ψησταριές της αγοράς άρχισε να μυρίζει τσίκνα. Ο Μπάρπα Γιώργης έκανε το ναργιλέ του δίπλα στο περίπτερο, ενώ η παρέα του μιλούσε για τη Χρυσώ, την παράξενη γριά που, εδώ και μέρες, έτρεχε πέρα δώθε φωνάζοντας για κάποιον… Προφήτη.

– Την είδα πάλι σήμερα το πρωί, είπε ο Θοδωρής, ο πεταλωτής. Ήταν στην άκρη του καμπαναριού και μιλούσε μονάχη της. «Δεν φταίω εγώ, άγιε μου», έλεγε. «Εγώ το ‘πα στους ευλογημένους, μα δεν με πιστεύουν!».

– Μπα, θα της γύρισε το μυαλό, είπε ο Κωτς Τεγος: «Αει Μώη μαρσούαρ!». Η Χρυσώ πάντα είχε το νου της στο υπερπέραν. Άγγελοι, διαόλοι, λάμιες και όλα τα ‘όξω από δω’ εμφανίζονταν στα όνειρά της.

– Εγώ, λέει, είδα τον Προφήτη Ηλία, μου ζήτησε σπίτι, συνέχισε ο Θοδωρής. Στον λόφο στα ανατολικά, πάνω απ’ το ρέμα της Μπόεζας. Εκεί που αρχίζει το μονοπάτι για τη σπηλιά με το στεφάνι.

Ο παπα-Τίτος άκουγε σιωπηλός μπροστά από το ντιβάνι της εκκλησίας, στη νότια πύλη του ναού. Ήταν άνθρωπος σοβαρός, με πίστη αλλά και μυαλό γειωμένο στη γη. Όμως κάτι μέσα του σκίρτησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έφταναν στ’ αυτιά του αυτά τα λόγια. Ίσως, είπε στον εαυτό του, να είναι απλώς ανάγκη της ψυχής της, ανάγκη να πιστέψει σε κάτι μεγάλο. Μα… ίσως και να μην είναι.

Την άλλη μέρα, λίγο πριν ξημερώσει, ο παπα-Τίτος ανέβηκε σιωπηλά τον ανατολικό λόφο. Ο αέρας μύριζε θυμάρι και άγριο πουρνάρι. Από εκεί ψηλά, έβλεπε την άκρη του χωριού, το ρέμα με τα βράχια και απέναντι, σκούρα σαν το μελάνι, τη σπηλιά με το στεφάνι.
Στάθηκε στην κορυφή κι έκανε τον σταυρό του. Δεν ήταν τίποτα εκεί πάνω. Μονάχα πέτρες, σπασμένα κλαριά από τις βελανιδιές και μια απροσδιόριστη σιγή. Όμως, όσο στεκόταν, τόσο ένιωθε ένα περίεργο βάρος στο στήθος. Όχι φόβο – κάτι σαν παρουσία. Μια σιωπηλή επιμονή. Σαν να τον κοίταζε κάποιος.
Τρεις μέρες αργότερα, η Χρυσώ έφτασε ξανά στην εκκλησία τρέμοντας. Δεν ήταν η φωνή της ίδιας, μα του αγίου, έλεγε. Τα μάτια της θύμιζαν γυαλιά θρυμματισμένα.

– Με βασανίζει, παπά μου! Τη νύχτα δεν κοιμάμαι! Ολόκληρη φλόγα μπαίνει στο δωμάτιο, κι η φωνή του με ξεσκίζει. «Τους το είπες!», λέει. «Μα δεν ακούνε! Θέλω τον τόπο μου, θέλω τη στέγη μου!» Δεν μπορώ άλλο, παπά μου. Αν με πάρει, να με πάρει απόψε!

Ο παπα-Τίτος, σαστισμένος αλλά ψύχραιμος, την έβαλε να καθίσει. Τη ράντισε με αγιασμό, της διάβασε ευχή. Εκείνη έκλαιγε, έλεγε πως ο Προφήτης είναι θυμωμένος, όχι μαζί της, αλλά με το χωριό. Ότι εκείνος της φανέρωσε τον τόπο – τον λόφο πάνω απ’ το ρέμα – και της υποσχέθηκε πως, αν χτιστεί εκεί εκκλησάκι, θα φέρει δροσιά, ευλογία και καρπό στο χωριό.

– ‘Μώη Χρυσώ κε φάρε μεντ νε κρίε; Τη ρώτησε. ‘Ποιος θα πιστέψει τώρα πια σε τέτοια; Ξέρεις πώς είναι οι άνθρωποι’.

– ‘Δεν πειράζει, παπά μου’, είπε με λυγμούς. ‘Κάνε το εσύ, κι ο Άγιος θα δείξει’.

Το Καλοκαίρι του 1887, άρχισαν οι πρώτες πέτρες να σηκώνονται. Ο παπα-Τίτος πήρε τους δυο Κιούσηδες (χτίστες) και με τη βοήθεια λίγων πιστών – ανάμεσά τους και ο Θοδωρής, αν και δύσπιστος – άρχισαν να σηκώνουν τις πρώτες πέτρες για το εκκλησάκι. Οι υπόλοιποι στο χωριό κορόιδευαν:

– Εκκλησία στον αέρα; Έχει άλλες ελλείψεις το χωριό;

– Ξεκούτιανε κι ο Τίτος.

– Αύριο θα του ζητήσει ο Προφήτης και θάλασσα.

Όμως όσο προχωρούσε το χτίσιμο, κάτι άλλαζε. Οι μέρες ήταν ασυνήθιστα δροσερές για Ιούλιο, τα χωράφια είχαν καρποδέσει γερά φέτος, και τα νερά της μεγάλης βρύσης – που πότε είχαν, πότε όχι – έτρεχαν πλούσια. Κάποιοι άρχισαν να ψιθυρίζουν:

– Λες να 'ναι το χέρι του αγίου;

– Μήπως να βοηθήσουμε κι εμείς;

Η εκκλησία ολοκληρώθηκε μέσα σε σαράντα μέρες. Μικρή, σε βασιλικό ρυθμό, πετρόχτιστη, με ξύλινη σκεπή. Όταν μπήκε και η εικόνα – φιλοτεχνημένη από έναν αγιογράφο που ήρθε από Μοναστήρι της Σαλαμίνας – ο λόφος απέκτησε φωνή. Έκτοτε, κάθε 20 Ιουλίου, ολόκληρο το χωριό κατηφόριζε μέχρι τη Μεγάλη Βρύση. Έδενε τα ζωντανά του να ποτιστούν στη στέρνα και ανηφόριζε για το ξωκλήσι. Για πότε μεγάλωσαν και οι βελανιδιές στον περίγυρο!
Πολλά χρόνια αργότερα, ο μικρός Αντώνης – έγγονας του Θοδωρή – ρώτησε τον παππού του καθώς ανηφόριζαν για την πανήγυρη:

– Παππού, ο Προφήτης Ηλίας πετάει στ’ αλήθεια με άρμα φωτιάς;

– Έτσι λένε, παιδί μου. Αλλά εμένα δεν με νοιάζει τόσο το άρμα.

Εγώ θυμάμαι μια γριά, με μάτια φλογισμένα, που πάλευε με τον ουρανό για να φέρει έναν άγιο στη γη. Κι έναν παπά που πίστεψε στο αδύνατο. Εκεί είναι το θαύμα.
Και κοίταξε ψηλά τον λόφο. Το ξωκλήσι στεκόταν ακίνητο, σαν παλιός φρουρός. Κι ο αέρας μύριζε πάλι θυμάρι.

Η σπηλιά με το στεφάνι απέναντι ακόμα στέκει. Και κάποιοι λένε πως αν σταθείς ανάμεσα στην εκκλησία και τη σπηλιά, νύχτα, την παραμονή της εορτής, ακούς κάτι σαν φτερουγίσματα στον αέρα. Άλλοι λένε πως είναι τα πουλιά.
Μα εκείνοι που ξέρουν… σωπαίνουν.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License