τοπωνύμια

Τοπωνύμια

  • βαρικό υγρός, βαλτώδης τόπος. Βαρύ χωράφι που δεν οργώνεται.
  • βαρδεζα
  • βένιζα περιοχή με βένια
  • γκράβαζι σκληρό κακοτράχαλο μέρος
  • καλιμπάκι από τη λέξη καλυβάκι, από μικρό πέτρινο καλύβι (ξεροτοίχι) στο οποίο διέμενε κάποιος βοσκός. Στην αρβανίτικη διάλεκτο, την οποία πολύ παλαιά μιλούσαν μαζί με την ελληνική γλώσσα, το ''Β'' το πρόφεραν ''μπ''. ΄Κατ άλλους πηγάδι με γλυφό νερό.
  • κιάφα : διάσελο, στενό
  • κρόνιζα : μικρή πηγή, βρυσούλα
  • λιεπουράτι περιοχή των λαγών
  • μουλάκεζα
  • μπαθερίστα
  • μπέκαλι
  • ντοντόσι
  • ούρθι
  • πουσ-ιλικι γλυφό πηγάδι
  • Ρέδι ή ρέθι : βραχώδες μέρος που προέκυψε από κατακρύμνηση
  • ρουντούμι πιθανόν να σημαίνει πέρασμα
  • σέσι
  • σουλουνάρθι
  • τσεφτιλίκι: μεγάλη αγροτική περιοχή, ακόμη και ολόκληρο χωριό που ανήκε σε ιδιώτη κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης και στο οποίο δούλευαν υποχρεωτικά οι κολίγοι.
  • τσούκα : ύψωμα ή κορυφή με πετρώδη εδάφη
  • χιλιομόδι σύνθετο εκ του αριθμητικού χίλια και του ουσιαστικού μόδι (ο μόδιος - modius): μέτρο ξηρών καρπών ποικίλης χωριτικότητας κατά περιοχές.
  • χώνι μεγάλο άνοιγμα ανάμεσα σε όρη που ομοιάζει με χωνί
Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License