οικογένεια Παπαγεωργίου

Ερανίσματα μεταξύ μύθου και πραγματικότητας

Το σόι μας – οικογένεια Παπαγεωργίου

Τέσσερα κορίτσια και ένα παιδί έβγαλε η μήτρα της Μάρως. Η Σοφιά, η Ευτυχία(Χίτσα), η Φώτω, η Κωνσταντίνα και ο Κώστας. Αλλά αυτό το παιδί δεν ήταν τυχερό να ζήσει. Αρρώστησε και χάθηκε.
Πολλοί είπαν πως η Μάρω μετά το χαμό του μονάκριβου γιου έπεσε σε κατάθλιψη και αυτοκτόνησε. ‘Δε μου πήρε μια από τις τέσσερις, τον έναν μου στέρησε’ την άκουγαν να μοιρολογεί.
Ο Δημήτρης Παπαγεωργίου, ένας από τους τέσσερις γιους του Γιώργου έκανε υπακοή στον πατέρα του και νυμφεύτηκε τη Μάρω Ανυφαντή. Αντάμωσαν μια μέρα με τον πατέρα της Μάρως και έδωσαν τα χέρια.
Τους πάντρεψαν τη Κυριακή του Θωμά, μετά την εκκλησία και άρχισε η προκοπή του σπιτιού, χωρίς οι ίδιοι να έχουν γνώμη για το αν αρέσει ο ένας στον άλλο.


12 χρόνια μετά…
Έμεινε ο Δημήτρης μόνος να μεγαλώνει τέσσερα κορίτσια, χάνοντας γιο και κυρά.
Το μαγαζί που διατηρούσε του έτρωγε τον περισσότερο χρόνο και έτσι τα μικρά μεγάλωναν με τις θειες. Η ταβέρνα- μπακάλικο – χασάπικο άφηνε χρήματα για την εποχή, που του επέτρεπαν να προσφέρει σχετικά καλή ζωή στις κόρες. Βέβαια εφοδίαζε το μαγαζί με καλά πράματα από τη Χαλκίδα και την Αθήνα, δύσκολα να βρεθούν σχεδόν σε όλη τη περιοχή.
Τα πρώτα ονόματα της εποχής παρέλασαν στα πανηγύρια και φιλοξενούνταν στο διπλανό δωμάτιο, καθώς για να έρθουν οι οργανοπαίχτες και οι τραγουδιστές έπρεπε να διανυκτερεύσουν.
Τη ταβέρνα διατήρησε και αργότερα ο γαμπρός του Γιώργος Λύγγος που νυμφεύτηκε τη θυγατέρα του Φώτω. Έχει αφήσει εποχή η μπριόζα Ντακουή με τα λικνίσματά της και τη κατανάλωση σε ζύθο που έκαναν οι θαμώνες γι’ αυτήν. Πήρε όχι μόνο το μυαλό πολλών νοικοκυραίων, αλλά και τους παράδες τους.
Όλο το σόι συζητούσε μέρες πριν το πανηγύρι για το πώς θα οργανωθεί καλύτερα. Η Λιάτανη ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής και έσφυζε από ζωή. Όλα τα σπίτια γέμιζαν με συγγενείς που επέστρεφαν για να συνεορτάσουν.
Οι κόρες του Δημήτρη αν και στη πρώιμη εφηβεία, φρόντιζαν για την καθαριότητα. Ασβέστης παντού, ακόμη και στο ξύλινο πάτωμα της ταβέρνας, που τη χώριζε από το κατώι που φιλοξενούσε τα βαρέλια με το κρασί και τα τσουβάλια με τα μπακαλικά. Καρέκλες, τάβλες και θρόνια επιστρατεύονταν από όλη την οικογένεια, ώστε το μαγαζί να είναι έτοιμο.
Τα στρωσίδια αερίζονταν στο διπλανό δωμάτιο και το μαγκάνι ήταν έτοιμο να δεχθεί τα κάρβουνα. Εκεί θα φιλοξενούνταν οι οργανοπαίχτες. Βαρέλια με κολόνες πάγου στη διπλανή αλάνα για να διατηρήσουν παγωμένο τον ζύθο και στον αέρα η τσίκνα από τους λάκκους με τα σφαχτά που είχαν παλουκωθεί από το πρωί στις ξύλινες σούβλες.
Ο φόβος του Δημήτρη ήταν τα κορίτσια. Μόλις οι προετοιμασίες τελείωναν τα κορίτσια έφευγαν για τη θείτσα Κια, στη γειτονιά κάτω από τον κεντρικό δρόμο. Είχε το φόβο μην τις πειράξει κάποιος ξένος πάνω στο γλέντι και τη μέθη.

Ο Δημήτρης είχε άλλα τρία αδέρφια. Τον Κώστα τον Τίτο και τον Γιάννη.
Οι δύο τελευταίοι έγιναν κληρικοί, αλλάζοντας το επίθετό τους σε Γεωργιάδης.
Ο Κώστας γεννάει τέσσερα παιδιά: Την Πολυτίμη που παντρεύεται τον Μήτσο Καδέτση(Τέγκο), τον Γιώργη που ήταν κωφάλαλος, τη Μαρία που παντρεύεται τον Γιώργο(Τζώτζη) Σύρμα και τη Διονυσία που παντρεύεται τον Γιάννη Καραντώνη από το Σχηματάρι.
Ο Τίτος, το καμάρι της οικογένειας, καθώς ήταν καλός μαθητής, μαθητεύει στο χωριό, δίπλα στον τότε ιερέα Δημήτριο Κωνσταντινίδη και κατόπιν παρακολουθεί τις τρεις τάξεις του Ελληνικού Σχολείου Χαλκίδας. Έχοντας δε κλίσιν και ζήλον προς το δημοδιδασκαλικόν επάγγελμα, όπως αναφέρει στην αίτησή του προς το Βασιλικόν Διδασκαλείον Αθηνών γίνεται δεκτός και αποφοιτά επιτυχώς. Σε αυτό συμβάλει και η επιστολή του τότε επισκόπου Θηβών Αβραμίου Αναργύρου .που αναφέρει:

Ο Τίτος Γεωργιάδης κάτοικος του χωρίου Λιατάνης και δημότης του Δήμου Τανάγρας (εις ον ανήκει και το χωρίον) υιός του Γεωργίου Παπαγεωργίου και της συζύγου του Σοφίας Αντωνίου Γκουμούλη προθέμενος να εκπαιδευθή ως δημοδιδάσκαλος είναι διαγωγής αμέμπτου και θρησκευτικώς τε και ηθικώς αρμόδιος διά το διασκαλικόν επάγγελμα.
Εν Θήβαις την 21 Σεπτεμβρίου 1857 Ο Επίσκοπος Αβράμιος

Ο Γιάννης, παπάς και αυτός, γεννάει τέσσερα παιδιά: Στέφανο, Στυλιανό, Παύλο, Γιώργο. Ο Στυλιανός γέννησε τη Φώτω, τον Στέφανο, την Αφροδίτη(βίτα), την Ελένη και τον Γιάννη που σκοτώθηκε με πολεμικό αεροπλάνο στην Αίγυπτο το 1942. Ο Παύλος γέννησε τον Σπύρο, την Αφροδίτη, τον Στέφανο,τον Κώστα, την Ελένη(του σβάρνου) και τον Γιάννη(τσουλής). Ο Γιώργος γέννησε τον Στέφανο (μπούζα) και τον Γιάννη

Αλλά ας επιστρέψουμε στα κορίτσια του Δημήτρη.
Κοπέλες πλέον σε ηλικία για παντρειά. Η Σοφιά, η μεγάλη έχει φθάσει τα 17 και συντηρεί όλο το σπίτι. Τα προξενιά πάνε και έρχονται και ο Δημήτρης προσπαθεί να της μιλήσει. Οι βρετήδες έχουν στείλει προξενέτη και το θεωρεί καλή τύχη για τη κόρη του. Έτσι η Σοφιά βρίσκεται παντρεμένη με τον Δημήτρη Βρετό και αποκτούν τέσσερα παιδιά: Τη Χριστίνα, παντρεύτηκε τον Νίκο Χρόνη, τον Γιώργο(σκόμπη) νυμφεύτηκε την Ελένη, τη Βασίλω, τον Κώστα και τον Γιάννη που νυμφεύτηκε τη Τσία από τη Πύλη.

Η δεύτερη η Ευτυχία παντρεύεται τον Γιώργο(Γάτση) Ζωίτση και αποκτούν πέντε παιδιά: Την Κωνσταντίνα, παντρεύτηκε τον Τάσο Στέρπη, τη Κοντίλω, παντρεύτηκε το Δημήτρη Δάβρη από τις Στανιάτες(Οινόφυτα), τη Μάρω, παντρεύτηκε τον Αντώνη Ανυφαντή από το Μπράτσι(τανάγρα), τον Ηλία, νυμφεύτηκε τη Κατίνα Μαρίνη, τον Κώστα, νυμφεύτηκε τη Κατερίνα Ντόστη από τις Κουκουβάουνες(Μεταμόρφωση Αττικής).
Η τρίτη Φώτω παντρεύεται τον Γιώργη Λύγγο με καταγωγή από Πύλη και κρατάει ως προίκα το πατρικό σπίτι. Αποκτούν τέσσερα παιδιά: Τη Μάρω, παντρεύεται στη Θήβα τον Αθανάσιο Τσότρα, τον Γιάννη αστυνομικό, νυμφεύεται τη Νικη από τα Τρίκαλα, τον Τάκη αξιωματικό του στρατού που νυμφεύεται τη Πόπη από τις Σέρρες, τον Κώστα που νυμφεύεται τη Σούλα από τα Σκούρτα.
Η τέταρτη αδερφή η Κωνσταντίνα, παντρεύεται στο Κακοσάλεσι(Αυλώνα) τον Νικόλαο Λιάκουρη, σιδηροδρομικό και αποκτούν τρία παιδιά: Την Αλεξάνδρα που παντρεύεται τον Γιάννη Θέμελη, τη Νίκη που παντρεύεται τον Δημήτρη Κάρμα από τις Κουκουβάουνες και τον Δημήτρη που νυμφεύεται τη Μυρτώ,

Η Σοφιά, η Χίτσα και η Φώτω ζουν στη Λιάτανη και η Ντίνα στον Αυλώνα. Δύσκολα συναντιόνται και οι τέσσερις μαζί. Όταν όμως το καταφέρνουν, τότε γίνονται παιδιά και θυμούνται τις καλές και τις κακές στιγμές που πέρασαν στο πατρικό τους.
Μιλούν για τον μπαμπά τους με τα καλύτερα λόγια. Όσο ήταν εν ζωή, ποτέ δεν ξεστόμισε καμία από αυτές λόγο για αδικία ή κακή συμπεριφορά του πατέρα.
Ακόμη και στη δύση της ζωής της η Χίτσα, που είχε απωλέσει τη λογική, αυτόν τον πατέρα μνημόνευε. Αρπάζοντας μια κουβέρτα, που αντιπροσώπευε κατ’ εκείνη, τη προίκα της, έπαιρνε το δρόμο για το πατρικό της. Για να συναντήσει τον μπαμπά της και να κάνει τα παραπονά της.

Ο τέσσερις μαζί απεικονίζονται στη παρακάτω φωτογραφία:

jBjZ-m-9vtD3IbEetbTcQTl72eJkfbmt4t8yenImKBVvK0kTmF0xjctABnaLJIm9

από αριστερά: Όρθιες Φώτω, Ντίνα | καθιστές: Σοφιά, Χίτσα

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License