του σπιτιού μου η γιορτή

του σπιτιού μου η γιορτή

Όπως σε κάθε ελληνικό σπίτι έτσι και στο δικό μας η γιορτή του πατέρα αποτελούσε γεγονός σημαντικό και μοναδικό. Γιορτάζει ο κύρης.
Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν συγκρατώ άλλη γιορτή που να γίνεται τόση προετοιμασία στο σπιτικό μας.

Από την προηγούμενη βδομάδα έχει αγοραστεί ο ασβέστης και δεν υπάρχει γωνιά στην αυλή που να μην έχει ασπριστεί.

Η μάνα έχει καθαρίσει το σπίτι, έχει στρώσει τα καλά της σεμέν και έχουν αρχίσει να ετοιμάζονται τα πρώτα φαγητά.
Μη ρωτάτε πόσα θα φτιάξει. Κάθε χρόνο θα περάσουν όλοι οι συγγενείς μας να ευχηθούν στην οικογένεια. Οινόφυτα, Τανάγρα, Αθήνα και φυσικά το σόι από το χωριό. Ποτέ δεν υπάρχουν προσκλήσεις. Αλλά και ο τυχαίος που θα περάσει και θα πει Χρόνια Πολλά, και αυτός θα έχει το κέρασμά του. Μεζέ και κρασί.

- Ωχ! Ρε Παναγία μου! Μ' αυτά και μ΄ αυτά ξέχασα το πρόσφορο. Φωνάζει η μάνα.
Απαραίτητο για την αυριανή λειτουργιά στο ξωκλήσι πάνω από τη βρύση.

Η γιαγιά έχει ανάψει τον φούρνο. Η διαδικασία, ολόκληρη ιεροτελεστία. Φρύγανα και ξύλα σπρώχνονται μέσα στον θόλο που κλείνεται με σιδερένια πόρτα στο μπροστινό του μέρος μέχρι να πυρώσει για τα καλά. Μόλις φθάσει στη κατάλληλη θερμοκρασία, όπου η πύρα έχει γκριζάρει, αφαιρούνται όσα δεν έχουν καεί και με τα φουρνόξυλα γίνεται το καθάρισμα, ώστε να τοποθετηθούν τα ζυμωμένα ψωμιά.
Η πινακωτή μας είχε 7 θέσεις. Ένα καρβέλι ψωμί για κάθε μέρα της βδομάδας. Τοποθετημένα με τάξη μέσα σε καρώ μπλε και άσπρες πετσέτες, αφήνονται με το ξυλόφτιαρο στον φούρνο. Παρ όλη τη δυσκολία ποτέ δεν με ξεχνούσε η γιαγιά μου. Έφτιαχνε και ένα μικρό καρβελάκι για το εγγόνι της. Χριστέ μου! Πως περίμενα αυτό το δώρο. Μοσχοβολούσε. Αφράτο όπως ήταν, δεύτερη μέρα δεν φτουρούσε.

Κάθε χρόνο ο πατέρας θα πάρει το πρόσφορο και μαζί με 100 δραχμές θα το δώσει στον παπά να το λειτουργήσει και να του αποδώσει το ύψωμο. Αντίδωρο τυλιγμένο σε λαδόκολλα, ειδικά για τους εορταζόμενους.
Πολλές χρονιές επισκεπτόμουν το ξωκλήσι με τον παππού μου και το γαϊδουράκι του, όπου πάνω είχε φορτωμένες τις βαρέλες για το νερό. Αν και το χωριό είχε αποκτήσει κεντρικό σύστημα ύδρευσης, το νερό της βρύσης κάτω από τον Προφήτη Ηλία θεωρούνταν από τους παλαιότερους ιαματικό. Έτσι με το τέλος της λειτουργίας, στάση για γέμισμα των βαρελών και φόρτωμα στον γάιδαρο.

Α ρε παππού! Πόσο μου έχουν λείψει αυτές οι φωνές σου στο γαϊδουράκι σου.
- Βιζντό βιζντό! Ρι πσε ντο μαρ κοπαρ!
Ακόμη θυμάμαι τον τρόπο στερεώματος των βαρελών πάνω στο ζωντανό με τη τριχιά στο σαμάρι. Η βρύση τότε είχε και ένα στέγαστρο με ποτίστρα για τα ζώα.

Η επιστροφή μας στο σπίτι συνοδευόταν από τις φωνές της μάνας, καθώς το γαϊδουράκι πατούσε στο ασπρισμένο τσιμέντο.
- Για όνομα του Θεού! Δε λυπάστε τον κόπο μου;
Και δώστου πάλι με έναν τενεκέ ασβέστη να ξαναπερνάει τα λερωμένα.

Η αυλή μας είχε μια μεγάλη ροδιά με αρκετό ίσκιο. Εκεί μαζεύονταν οι θειες να βοηθήσουν τη μάνα μου, στην προετοιμασία του φαγητού. Τα μικρά μου μάτια μπορούν να συγκρίνουν των όγκο των πατατών που καθαρίζονταν με αυτές που καθάρισα αργότερα στο στρατό. Εκεί που οι άλλοι λένε: τρύγος, θέρος, πόλεμος, εγώ θα προσθέσω : ανήμερα του Προφήτη Ηλία. Τα χάλκινα ταψιά περίμεναν να δεχτούν τις πατάτες και το κρέας. Κρέας για μας ίσον αρνί. Από κάτω κλήματα και από πάνω τεμαχισμένο το αρνί και τυλιγμένο στη λαδόκολλα.

Από όλα αυτά τα καλούδια του σπιτιού, η μεγαλύτερη αδυναμία μου ήταν τα τυροπιτάκια της μάνας μου. Αν και έχουν περάσει πολλά πολλά χρόνια, αυτό που έκανα το 1978, η μάνα δεν πρέπει να μου το συγχώρεσε ποτέ.
Αλλά ελάτε στη θέση μου. Φύλλο ανοιγμένο στο χέρι γεμισμένο με τυρί φέτα, αυγό και άνηθο, τυλιγμένο τριγωνικά και βουτηγμένο να ψηθεί σε κατσαρόλα με λάδι. Αυτή η άσπρη μαγιέ κατσαρόλα με το κόκκινο καπάκι ήταν ο μεγαλύτερος πειρασμός. Όπου και να τα κρυβε δεν υπήρχε περίπτωση να μην τα βρω.<br>
- Κατίνα μη ξεχάσεις να βάλεις και τα τυροπιτάκια στις πιατέλες. Είναι στην άσπρη κατσαρόλα.
- Είσαι σίγουρη, γιατί η άσπρη κατσαρόλα πάνω από το ψυγείο είναι άδεια.
- Παναγία μου. Δε μπορεί να τα έχει φάει όλα ο μικρός;

Κι όμως μπορεί. Εγώ με την αδερφή μου, καταναλώσαμε 54 τον αριθμό σε διάστημα πέντε ωρών.
Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω δει τη μάνα μου πιο ντροπιασμένη. Φυσικά οι γιαγιάδες μου δεν κατηγόρησαν εμάς, αλλά τη μάνα μου που δεν έλαβε τα μέτρα της. Άσε που είχε φάει και δύο ο πατέρας μου, όπως μαρτύρησε αργότερα.

Αυτό όμως ξεχάστηκε, όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι επισκέπτες. Σε κανέναν δεν έλειψαν τα τυροπιτάκια. Το κρέας, οι πατάτες, η φέτα και η ντοματοσαλάτα ήταν υπεραρκετά να ικανοποιήσουν τη παρέα, που το κρασί τη ζέσταινε και ο χορός την ένωνε.

Η γιορτή του πατέρα μου αποκτούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν κάποιο νέο μέλος έμπαινε στο σόι. Έπρεπε να τραπεζωθεί και το συμπεθεριό. Τα κουτσομπολιά πριν τη προσέλευση έδιναν και έπαιρναν. Περίεργο θα σας φανεί, αλλά το όνομα Κατίνα ή Κατερίνα για τις νεώτερες κυριαρχεί στο σόι μας. Έτσι λοιπόν κάθε Κατίνα είχε κάτι να σχολιάσει για τις νέες νύφες. Τότε δεν αντιλαμβανόμουν τα λεγόμενα, αλλά σήμερα νομίζω ότι οι θειες 'πρέπει να σκότωσαν πολλούς δράκους' στις κουβέντες τους.
Οι δυσκολίες της αγροτιάς και οι αμοιβές στα εργοστάσια ήταν τα θέματα της αντρικής παρέας. Άλλωστε στο τραπέζι κάθονταν από την αρχή μόνο οι άντρες. Οι γυναίκες πηγαινοέρχονταν με τις πιατέλες ανά χείρας και αρκετά αργότερα κάθονταν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού.

Το τέλος της γιορτής με έβρισκε αποκοιμισμένο στο σπίτι του παππού, καθώς τα παιδικά μου μάτια δεν άντεχαν το ξενύχτι. Το παράξενο είναι ότι στο ξύπνημα δεν υπήρχε τίποτα στο χώρο που να θύμιζε τη βραδιά που πέρασε. Ακόμη και τα μάτια της μάνας μου έκρυβαν βαθιά μέσα τους την κούρασή της.

Μάνα, αυτή η μυρωδιά που έδωσαν τα χέρια σου, με οδηγεί πάλι σε εκείνη τη κατσαρόλα, πάνω από το ψυγείο. Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορείς. Αρκεί να ακούω τη φωνή σου.

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License