Τζάμπα το ζύμωμα

Λίγο μετά το πόλεμο, ο Μήτσος και η Λιένα ήταν αρραβωνιασμένοι ένα χρόνο περίπου.
Οι γονείς αυστηροί όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, δεν άφηναν στιγμή μόνο του το ζευγάρι.
Είχε καλοκαιριάσει για τα καλά και μια μέρα που ζύμωσε η Λιένα έφτιαξε και τηγανόψωμα.
Σκέφτηκε να πάει ως το Μήτσο το φαγητό στην άκρη του χωριού που είχε το μαντρί του.
Ευκαιρία ήταν να γνωριστούν και λίγο καλύτερα σκεφτόταν κοκκινίζοντας στο δρόμο με το φτερούγισμα της καρδιάς έβαλε φτερά στα πόδια της…
Όταν έφτασε πουθενά ο Μήτσος και άρχισε να φωνάζει…

- Μήτσο, ώρε Μήτσο κου γιε (που είσαι);
Εκείνος την είδε από την πλαγιά του βουνού που έβοσκε τα πρόβατα, ρίχνει ένα σφύριγμα να τον δει…
- Τσι ντο (τι θες) Λιένα; της φωνάζει
Εκείνη του έδειξε το ταγάρι με το φαγητό, με ντροπαλό χαμόγελο…
- Λιε τράστε , εδέ ίκου.. (Άσε το ταγάρι και φύγε) …της ξαναφώναξε
- Εα το χας (έλα να φας)….του είπε πάλι με χαρά.
- Λιε τράστε, εδε ίκου….ίκου …(άσε το ταγάρι και φύγε.. φύγε…) της φώναξε και γύρισε προς τα πρόβατα.

Τι να κάνει και η Λιένα, κρέμασε το ταγάρι και έφυγε , με βαριά καρδιά και παγωμένο χαμόγελο στα χείλη σκέφτηκε , ότι πάει η ρομαντική συνάντηση …
Ο Μήτσος είχε μόνο τα πρόβατα στο μυαλό του….

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License